Vocabulary

Vocabulary Database

WordDefinition
'δρωκοπ'μενος, οΟ καταϊδρωμενος
'πιλογουμιΑπολογουμαι, απαντω
δεφτερι(τουρκ. defter) σημειωματαριο (το)
μασουρίζωτυλιγω το νημα στο μασουρι.
αβαρετοςακουραστος
Τσιρώνω
περγιοραςυψηλος τειχος που περικλειει οικημα (σπιτι)
Τσιρωνω,Καιω τις τριχες (πουπουλα) του κοτοπουλου.
τσαζωΚλαιω παραπονιαρικα. Το παιδι τσαζει=κλαει και κατι θελει.
περδικλώνομαιμπερδευω τα ποδια μου και πεφτω κατω.
ασπορδιλοςφυτο με κακρυ στεμα στην κορυφη του οποιου βγαινουν τα λουλουδακια.
Ξεμαυλιζω?
κρασοβροχ', τοψωμι βρεγμενο σε κρασι. Πιστευουν οτι προστατευει απο την ελονοσια και γενικοτερα απο τις αρρωστιες. κατα την δικη μου γνωμη το χρησιμποιουσαν σαν φαγητο οταν δεν ειχαν τι να φανε.
αφιον'σμενος, οο συμπεριφερομενος σαν τρελος, σαν να εχει παρει αφιονι (ναρκοτικο).
διακονιαρης, οο ζητιανος
κονευωτακτοποιουμαι, κατοικω
κουμπάνια, ηη τροφοδοσια. Πηρες κουμπάνια μαζι σου?
βουργια, ηδερματινος σακος που βαζουν τροφιμα. Το εσωτερικο του ζωναριου οπου οι βρακαδες εβαζαν το ψωμοτυρι τους.
περονιαζωη βροχη ξεπερναει απο την επιφανεια, πχ η βροχη με περονιασε δηλ. η βροχη περασε τα ρουχα και εφτασε μεχρι το δερμα
κομπανία, ηη παρέα
τζιφρα, ηυπογραφη, η και σημαδι υπογραφης για τους αγραμματους
πατατουκα, ηχοντρο παλτο
καλβουδ' τοκαλυβι, μικρο μονοροφο σπιτακι.
ντιργκεν, τοσιδερενιο εργαλειο με μακρυ ξυλινο κονταρι και τεσσερα μεταλικα μακρυα δαχτυλα για την μεταφορα αχυρου η χορτων.
χτσελουδα, ηΗμιβαθες πιατο αναμεσα στο πιατο και την κουπα.
φσγκουν, τοτο πνευμονι του ζωου
τσιρλα, ηη διαροια
αλαργαμακρυα
σαπρακας, οτο σκουλικι που τρωει το ξυλο
Κουρμπατς,τοτο δερματινο μαστιγιο
αχταρμας, οτο μπερδεμα
Αξατα, ηη βεραντα
μποχτσάς, οΤο ασπρο χοντρο πανι που σκεπαζει το γυνακειο κεφαλι το προσωπο για να προφυλαχτει απο τον καλοκαιρινο ηλιο.
τσιγκρικι, τοΣυστημα που ανεσυραν χωμα οταν εσκαβαν/ανοιγαν τα πηγαδια, σε αλλες περιπτωσεις αβγαζαν νερο απο το πηγαδι.
Παραμινα, ηΜακρυς σιδερενιος λοστος με πλατυ αιχμηρο το κατω ακρο για να σπαζει σκληρο χωμα και πετρες.
ψωμαδιο, τοτο κτισμα που στεγαζει το σπιτικο φουρνο, στο οποιο επισης φυλασσονται τα εργαλεια του φουρνισματος, οι πινακωτες κλπ. Εκει καθονται οι γυναικες οσο να ψηθει το φαγητο και τα λενε, προφυλαγμενες απο τον ανεμο, το κρυο και τη βροχη. Συνηθως στο ψωμαδιο υπαρχει και γωνια, οπου βραζουν το νερο για το πλυσιμο των ρουχων.
ψωμαδες, οιτα χρονιατικα κριαρια τα οποια τα τρεφουν για σφαξιμο στο σπιτι και οχι στην μαντρα.
ψ'χουρντιζω,καταβρεχω τα δεματ'κα για να μαλακωσουν.
ψουφιμ' τοτο ψωφιο ζωο.
Ψ'χο, τοτο Ψυχοσαββατο
αψηφωδεν υπολογιζω
καρακλο, το
ψ'φωδινω σημασια σε κατι, το υπολογιζω. Ψηφιζω σε εκλογες.
ψ'φακια, ταοι μικροι βρωμικοι κομποι, που σχηματιζονται στο υφασμα των παλιων ρουχων.
Ζα, τατα ζωα
Μπακαλκο, τοτο παντοπωλειο της γειτονιας
μουσαφηρς, οο επισκεπτης του σπιτιου.
παχνι, τοο χωρος οπου τρωνε τα ζωα το αχυρο.
καλαμιες, οιτα κατωτερα στελεχη του βλαστου του σιταριου, που απομενουν στο χωραφι μετα τον θερισμο.
γιατακι, τοΠροχειρη καλυβα.
κουλαντριζωδαμαζω, ημερωνω.
ντουρβας, οο χοντροϋφασμενος σακος
λοσταρι, τοο μικρος λοστος
ψ'χοπ'τα, ητο ψωμακι που μοιραζουν τα ψυχοσαββατα.
ψοφαρος, ο, και ψοφαοςο τεμπελης, ο χαραμοφαης
ψουφημ, τοτο ψωφιο ζωο
ψιρουκ' τοο χυλος, το σκευασμα σαν το χυλο, απο αλευρι, νερο και καβουρδισμενο ψωμι, συνηθιζεται κατα τις νηστειες, αλλα και ως πρωϊνο.
ψιπυλ' ηη Υψιπυλη
Μουστοχωμα
ψιμογεννω η ψιμιζωκαθυστερω να γεννησω. Λενε "ψιμογεννησαν η ψιμησανε" για τα προβατα που γεννουν μετα τον Φλεβαρη.
ψηφιζωυπολογιζω, λογαριαζω, μετρω.
ψευτρουδ'κο, τοτο ψευδομενο παιδι
ξεψειριζωκαθαριζω το σωμα/ρουχα απο τις ψειρες
ψειριαζωγεμιζω ψειρες
ψε, ψεςχθες βραδυ
ψασμενος, οο αδυνατισμενος, αδυνατος
ψαχωαδυνατιζω
κρυφτσανα, ηη υπογεια κρυπτη.
χτυπηταρια, ητο χτυπημα στο χερι η στο σωμα.
χτενιζω την πετραλαξευω την πετρα με τεχνη. Το χτενισμα της πετρας κατειχαν οι πελεκανοι.
χτενι, τοβρωσιμο οστρακοειδες
. χ'σος, οο χρυσος
χ'σα στεφαναλενε στους αρραβωνιασμενους την ευχη¨"και στα χ'σα στεφανα!" δηλ "η ωρα η καλη!" , "με το καλο και ο γαμος"
χρυσοφυμτανακι, τοτο καλοφυτεμενο
χρονιατ'κος, οαυτος που ελεισε ενα χρονο ζωης. πχ "του χρονιατ'κου κριγιαρ'"
χ'ριστρα, ηη χωριστρα στα μαλλια.
χρισταγκαθο, τοαγριαγκαθο το οποιο εκκρινει ενα κοκκινοκιτρινο υγρο, που το παρομοιαζουν με το αιμα του Χριστου. Το υγρο αυτο το χρησιμοποιουν για την βαφη των πασχαλινων αυγων.
χραδονωπαχαινω. Λενε "δε χραδον' νε τα χοιρολομιασμενα!"
χοχλιος, οτο σαλιγκαρακι της θαλασσας. Τρωγεται αφου βραστει.
χοχλακισμα, τοο παφλασμος, το κοχλασμα, ο βρασμος.
χοχλακιζω, κοχλακιζωκοχλαζω, βραζω
χουχλιδελια, τατα χαλικια, τα βοτσαλα του γυαλου. Σε τραγουδι¨"τα χουχλιδελια του γιαλου κουμπια στον καβαδο σου"
χουσμερι, τοειδος προχειρου φαγητου, απο αναλατο τυρι και ψιχα ψωμιου βρασμενα μαζι.
χουρκοπαντρεμεν' ηη μικροπαντρεμενη
χουρκο, τοτο μικρο παιδι μεχρι δυο-τρειων ετων
χουντρογ'δο, τοη παχια γιδα
χουγ' τοη παραξενια, η ιδιοτροπια, το χουγι
χοσμερ' τοομελετα με αυγα και φρεσκο αναλατο τυρι.
χορταρ' τ'ς Παναγιας, τοαγριο βοτανο που μοιαζει με το θυμαρι. θεραπευει τις αιμοροϊδες
χολοσκωστεναχωριεμαι
χολιασμενος, οκακιωμενος, πικραμενος, θυμωμενος
ΓιαλοψωλοΜαλάκιο θαλασσης
κατσιρμας?
ΠρουμαζωμαΠρομαζωμα
χοιρολομιασμενος, -η -οο φιλασθενος, ο καχεκτικος
χοιρολαιμος η χοιρολομοςο ασθενικος χοιρος
χνωτο, τοη ζεστη ανασα
χ'νι, τοτο χωνι, η χοανη
χναρ' τοτο ιχνος. το πανι το εκοψα πας το χναρ'
χ'μωνας, οο χειμωνας
χλιος -α -οχλιαρος, το νερο ειναι χλιαρο
χλιαρουθηκ' ηη ξυλινη θηκη για τα μαχαιροπηρουνα (χλιαρια) και τα πιατα, που κρεμουν στον τοιχο της κουζινας.
χλιαρ' τοτο κουταλι
χ'λαρας, οο χειλας, αυτος που εχει μεγαλα χειλη.
χιονιας, οο βαρυς χειμωνας.
χιονα, ηη λευκη αγελαδα.
χεροβαζω και αχεροβαζωβαζω τ' αχυρο στις τσουβαλες για να μεταφερθει απ' τ' αλωνι στην αχερωνη.
χεριά, ηοτι μπορει να πιασει καποιος σε μια φουχτα.
χελιδονα, ησιδερενιο εξαρτημα με σχημα χελιδονοουρας, το οποιο συνδεει την πανω μυλοπετρα με τον αξονα στον ανεμομυλο
χειρουνιβωχαστουκιζω. πχ "θα σι χειρουνιψου".
χειρομυλισμενος, οο αλεσμενος στο χειρομυλο
χειμων'κα, ταποικιλια μικρων καρπουζιων, που διατηρουνται ως το χειμωνα
χαψια, ηη μεγαλη μπουκια
χαφτος, οο ευπιστος
χατζηδενα, ηη προσκυνητρια των Αγιων Τοπων, η γυναικα του χατζη.
χατζης, οο προσκυνητης των Αγιων Τοπων.
χασοφεγγαρια και χασ', ηη περοδος του μηνα που χανεται το φεγγαρι.
χασ'κος, οο καλοπλυμενος, ο καθαρος. πχ το χασ'κο ρουχο, το χασ'κο αλευρι, το χασ'κο ψωμι.
χαρτι, τοτο προικοσυμφωνο
χαρνωχαλω, ξοδευω, καταστρεφω, σπαταλω.
χαρκοτσ'κας, οκαζανι με χειρολαβη
χαρισμα, τοτα χρηματα που πετουσε η νυφη στις μαστορισσες, οι οποιες ετοιμαζαν τα προικια.
χορατευωαστειευομαι, εχω χαρα, ειμαι χαρουμενος
χαρανι, τοτο καζανι, ο λεβητας, το κτιριο που βγαζουν το ρακι.
χαντουμ'ς, οο ευνουχος
χαμουτια, τατο χοντρο περιλαιμιο που βαζουν στα ζωα (γαϊδουρια, αλογα, μουλαρια), οταν σερνουν το αλετρι η καρο για να μην πληγωνονται.
χαμογειο, τοτο ισογειο σπιτι, το μονοπατο.
χαμ'λαχαμηλα
χαμλος, οο κοντος, χαμηλος
χαλινο, τοτο χαλιναρι
χαλαλι σουγεια σου! στην εκφραση " χαλαλι σου γιεμ' χαλαλι σου!" σε καποιον που πνιγηκε στο φαγητο.
χαλακια, ητο χαλασμα, το ερειπιο.
χαιρετ,μα, τοη ευχη, η προποση. Λενε " Βρε σα μι κερασ'νε, τι να πω στο χαιρετ'μα:"
χαζιρκος, οτο ετοιμο, οτι αποκτηθηκε χωρις κοπο.
χαγιατ' τοΥποστεγο διπλα στην μαντρα.
χαβια, ητο δερματινο μπαλωμα του τσαρουχιου. ειδος φιμωτρου για τα ζωα.
φωτιοκαμενος, οδυστυχισμενος Λενε "Ε το φωτιοκαμενου!"
φωτιζ'αγιαζει, ευλογει ο ιερεας τα σπιτια και τους κατοικους, γυριζοντας τα σπιτια των Θεοφανειων (Φωτων).
φωλια, ηο μικρος λακκος στον οποιο εσπερναν το βαμβακοσπορο. Σε καθε φωλια εβαζαν 5-6 σπορους και αργοτερα αραιωναν τα φυτα, αφηνοντας τα δυο δυνατοτερα. Το μερος οπου γενουν οι κοτες τα αυγα.
φωλι, τοτο αυγο το οποιο αφηνουν στη φωλια, για να γεννα η κοτα στο ιδιο παντα σημειο.
φωκας, φουκας, οτο πηλινο η γυαλινο δοχειο για το μελι η το γλυκο του κουταλιου.
φυσ'κο, τιη συνηθεια, η παραξενια, η ιδιοτροπια. Λενε "Ειναι το φυσ'κομ'!, "Τοχου φυσ'κο!" = "Ετσι εχω συνηθισει"
φτωφτυνω.
φτουρωεπαρκω, κυριως για τα φαγωσιμα.
φ'τευωφυτευω
φτερωτη, ητα πανια του ανεμομυλου που συνηθως ειναι δωδεκα.
φ'τεια, ηη φυτεια, το φυτεμενο αμπελι.
φταιβωφταιω
φροκαλο, τοτο σκουπιδι
φροκαλια, ηη σκουπα
φρεσκο, τοη δροσια, αλλα και ο δροσερος χωρος.
φρενιμοςο φρονιμος, γνωστικος, ησυχος.
φραινουμιευχαριστιεμαι, ευφραινομαι. Λενε "καλως τα 'φραινεστε!" = "Καλη ορεξη"
Φραγκια, ηη Ευρωπη, η χωρα των Φραγκων.
φουσκωμενο, τοτο φρουτο (πεπονι, καρπουζι) που μολις αρχισε να ωριμαζει (φουσκωνει). Το ενδιαμεσο σταδιο μεταξυ του αγορου και του ωριμου.
φουσκαρος, οτο αεροστατο. Ετσι ονομασαν οι απλοϊκοι αγροτες του νησιου το αεροστατο που εφεραν οι Γαλλοι στρατιωτες το 1915.
φουσκα, ηη ουροδοχος κυστη των ζωων. Τα χρισουγεννα οταν εσφαζαν τα γουρουνια παιρναμε την φουσκα, την φουσκωναμαι και την παιζαμαι σαν μπαλα.
?Βρωσιμο θαλασσινο μαλακιο. Τρωγεται ωμο με λεμονι.
φουρναριο, τοτο φουρναρικο, το μαγαζι του φουρναρη, το ψωμαδιο.
φουρκαλια, ηη φρουκαλια, η σκουπα απο βουρλα η λυγιες με την οποια σκουπιζαν τ'αλωνι και τις αυλες απο τις ακαθαρσιες των ζωων.
φουλι, τοτο αραπικο φιστικι.
φ'καρ' τοτο θηκαρι του σπαθιου, η θηκη.
φ'καρ'Σε τραγουδι "τραβηξε το χατζαρι του, απ' τ' αργυρο του φ'καρ' ".
φορτωμα, τοτο σχοινι με το οποιο δενουν ενα φορτιο στο ζωο.
φοραδακι, τοτο νεαρο θηλυκο αλογο, η μικρη φοραδα.
φοινικι, τοΧριστουγεννιατικο γλυκο σαν το μελομακαρονο.
φνιδιο, φνιδιο, φνιδιοςο θανατος, το θανατικο. Λενε για καταρα "φνιδιο ναχ'ς!"
φ'λωφιλω. Λενε "Καλλιο κρεας να σι φ'λω κι να μι φ'λας, παρα ψαρ' να σι φτω κι να μι φτας.
φλουμαρια, τα φλομαρια,μακαρονοειδες ζυμαρικο απο αλευρι, γαλα και αυγα, αναλογης κατασκευης με τις χειλοπιτες
φλιτζανα, ητο πολυ μεγαλο κυπελλο
φ'λευωφιλευω, κερνω. Λενε "κατσ' κουμματ' να σι φ'λεψουμ'"
φ'λαχτω, τοτο παιδικο φυλαχτο, το οποιο καρφιτσωνουν στο εσωρουχο.
φλαμπλο, τοτο φλαμπουρο. Ειδος σημαιας που τοποθετουσε ο γαμπρος στο παρθυρο του την Παρασκευη πριν το γαμο στο οποιο εδενε χρηματα σ' ενα κομπο. Την Κυριακη, στο γαμο, το βαστουσε το παλικαρι το οποιο οδηγουσε την γαμπριατικη πομπη. Την ωρα του μυστηριου η λιγο αργοτερα γινοταν αγωνας δρομου η παλης μεταξυ των νεων του χωριου και ο νικητης επαιρνε ως επαθλο το φλαμποθρο με τα χρηματα. Στην καλλιοπη ο νικητης ειχε και το δικαιωμα να χωρεψει την νυφη κρατωντας το φλαμπουρο.
φλαμουρ' ,τοτο τιλιο, φλαμουρι
φ'λακωνωφυλακιζω
φ'λαγωφυλαγω, φρουρω
φκυαρ' τοτο φτυαρι. Επισης εργαλειο του φουρνισματος που μοιαζει με φτυαρι.
φκιεμιευχομαι, φκιομουνα, φκηθκα.
φκεντρι, φκεντιρ β'κεντρι, τοη βουκεντρα
φκαριστωευχαριστω
φκαριστησ' ,ηη ευχαριστηση, η ικανοποιηση, το κεφι. Λενε "απο φκαριστησ' και μονε το 'κανε" = για το κεφι του για προσωπικη του ικανοποιηση, οχι για κερδος η επειδη ηταν υποχρεωμενος.
φιστον' ,τοτο κεντημενο τελειωμα του σεντονιου.
φιλι, τοτο φελι, η σφελλα, η φετα ψωμιου, τυριου
φηγουμιαφηγουμαι
φεγνωφευγω
γ'λουδα, ηπιτα η τηγανιτα, που φτιαχνεται απο το ζυμαρι που περισσευει κατα το ζυμωμα του ψωμιου. Τις "φ'λουδες" εβαζαν στο φουρνο πριν απο τα ψωμια, για να διαπιστωσουν αν εχει πυρωσει.
φαρμακο, τογενικο ονομα για τα χημικα υγρα και σκονες γενικης χρησης (απορρυπαντικα,εντομοκτονα, παρασιτοκτονα, χλωρινη κτλ)
Φαντρια, ηη υφαντρια
φανταζ'βγαινουν φαντασματα, το μερος τρομαζει, φοβιζει. Λενε "στουν Ουργιακα (τοποθεσια) φανταζ"
φανοκορος, οο υπευθυνος των κοινοτικων φαναριων πετρελαιου.
κουμάτ
Προμαζωμα
τσαμπαναρα
AddWord Definition
AddWord Definition
περγιορας υψηλος τειχος που περικλειει οικημα (σπιτι)
δεφτερι (τουρκ. defter) σημειωματαριο (το)
Χοιρολαιμος Χοιρολαιμος
Τσιρωνω Καίω τις τρίχες του κοτόπουλου
Περγιορας Υψηλός τοίχος που περικλείει οικοιμς.
Παράδες Τα χρήματα
Τσάζω ???
περδικλώνομαι περδικλώνομαι
Πορδιλος Φυτο
Ξ Ξ
Ξεμαυλίζω Ξεμαυλίζω
αφιονισμενος, ο ο συμπεριφερομενος σαν τρελος, σαν να εχει παρει αφιονι (ναρκοτικο).
διακονιαρης, ο ο ζητιανος
κονευω τακτοποιουμαι, κατοικω
κουμπάνια, η η τροφοδοσια. Πηρες κουμπάνια μαζι σου?
βουργια, η δερματινος σακος που βαζουν τροφιμα. Το εσωτερικο του ζωναριου οπου οι βρακαδες εβαζαν το ψωμοτυρι τους.
περονιαζω η βροχη ξεπερναει απο την επιφανεια, πχ η βροχη με περονιασε δηλ. η βροχη περασε τα ρουχα και εφτασε μεχρι το δερμα
κομπανια, η η παρεα
τζιφρα, η υπογραφη, η και σημαδι υπογραφης για τους αγραμματους
πατατουκα, η χοντρο παλτο
καλβουδ' το καλυβι, μικρο μονοροφο σπιτακι.
ντιργκεν, το σιδερενιο εργαλειο με μακρυ ξυλινο κονταρι και τεσσερα μεταλικα μακρυα δαχτυλα για την μεταφορα αχυρου η χορτων.
χτσελουδα, η Ημιβαθες πιατο αναμεσα στο πιατο και την κουπα.
φσγκουν το πνευμονι του ζωου
τσιρλα διαροια
αλαργα μακρυα
σαπρακας το σκουλικι που τρωει το ξυλο
αχταρμας μπερδεμα
Αξατα Αξατα
Κουρμπατ Κουρμπατ
Μεθύζω Μεθύζω
μποχτσάς μποχτσάς
τσιγκρικι Συστημα ανελκησεως χωμα οταν εσκαβαν/ανοιγαν τα πηγαδια
Παραμινα Μακρυς σιδερενιος λοστος με πλατυ αιχμηρο το κατω ακρο για να σπαζει σκληρο χωμα και πετρες.
Καρακλο Καρακλο
ψωρα, η αγριο βοτανο το οποιο θεραπευει τα αρρωστα ζωα.
ψωμαδιο, το το κτισμα που στεγαζει το σπιτικο φουρνο, στο οποιο επισης φυλασσονται τα εργαλεια του φουρνισματος, οι πινακωτες κλπ. Εκει καθονται οι γυναικες οσο να ψηθει το φαγητο και τα λενε, προφυλαγμενες απο τον ανεμο, το κρυο και τη βροχη. Συνηθως στο ψωμαδιο υπαρχει και γωνια, οπου βραζουν το νερο για το πλυσιμο των ρουχων.
ψωμαδες, οι τα χρονιατικα κριαρια τα οποια τα τρεφουν για σφαξιμο στο σπιτι και οχι στην μαντρα.
ψ'χουρντιζω, καταβρεχω τα δεματ'κα για να μαλακωσουν.
ψ'χοπ'τα, η το ψωμακι που μοιραζουν τα ψυχοσαββατα.
Ψ'χο, το το Ψυχοσαββατο
αψηφω δεν υπολογιζω
ψ'φω δινω σημασια σε κατι, το υπολογιζω
ψ'φακια, τα οι μικροι βρωμικοι κομποι, που σχηματιζονται στο υφασμα των παλιων ρουχων.
ψοφαε! τεμπελη, χαραμοφαη
ψουφιμ' το το ψωφιο ζωο.
ψιρουκ' το ο χυλος, το σκευασμα σαν το χυλο, απο αλευρι, νερο και καβουρδισμενο ψωμι, συνηθιζεται κατα τις νηστειες, αλλα και ως πρωϊνο.
ψιπυλ' η η Υψιπυλη
ψιμογεννω η ψιμιζω καθυστερω να γεννησω. Λενε "ψιμογεννησαν η ψιμησανε" για τα προβατα που γεννουν μετα τον Φλεβαρη.
ψηφιζω υπολογιζω, λογαριαζω, μετρω.
ψευτρουδ'κο, το το ψευδομενο παιδι
ξεψειριζω καθαριζω το σωμα/ρουχα απο τις ψειρες
ψειριαζω γεμιζω ψειρες
ψε, ψες χθες βραδυ
ψασμενος, ο ο αδυνατισμενος, αδυνατος
ψαχω αδυνατιζω
κρυφτσανα, η η υπογεια κρυπτη.
χωσα, η η υπογεια κρυπτη.
χτυπηταρια, η το χτυπημα στο χερι η στο σωμα.
χτενιζω την πετρα λαξευω την πετρα με τεχνη. Το χτενισμα της πετρας κατειχαν οι πελεκανοι.
χτενι, το βρωσιμο οστρακοειδες.
χ'σος, ο ο χρυσος
χ'σα στεφανα λενε στους αρραβωνιασμενους την ευχη¨"και στα χ'σα στεφανα!" δηλ "η ωρα η καλη!" , "με το καλο και ο γαμος"
χρυσοφυμτανακι, το το καλοφυτεμενο
χρονιατ'κος, ο αυτος που ελεισε ενα χρονο ζωης. πχ "του χρονιατ'κου κριγιαρ'"
χ'ριστρα, η η χωριστρα στα μαλλια.
χρισταγκαθο, το αγριαγκαθο το οποιο εκκρινει ενα κοκκινοκιτρινο υγρο, που το παρομοιαζουν με το αιμα του Χριστου. Το υγρο αυτο το χρησιμοποιουν για την βαφη των πασχαλινων αυγων.
χραδονω παχαινω. Λενε "δε χραδον' νε τα χοιρολομιασμενα!"
χοχλιος, ο το σαλιγκαρακι της θαλασσας. Τρωγεται αφου βραστει.
χοχλακισμα, το ο παφλασμος, το κοχλασμα, ο βρασμος.
χοχλακιζω, κοχλακιζω κοχλαζω, βραζω
χουχλιδελια, τα τα χαλικια, τα βοτσαλα του γυαλου. Σε τραγουδι¨"τα χουχλιδελια του γιαλου κουμπια στον καβαδο σου"
χουσμερι, το ειδος προχειρου φαγητου, απο αναλατο τυρι και ψιχα ψωμιου βρασμενα μαζι.
χουρκοπαντρεμεν' η η μικροπαντρεμενη
χουρκο, το το μικρο παιδι μεχρι δυο-τρειων ετων
χουντρογ'δο, το η παχια γιδα
χουγ' το η παραξενια, η ιδιοτροπια, το χουγι
χοσμερ' το ομελετα με αυγα και φρεσκο αναλατο τυρι.
χορταρ' τ'ς Παναγιας, το αγριο βοτανο που μοιαζει με το θυμαρι. θεραπευει τις αιμοροϊδες
χολοσκω στεναχωριεμαι
χολιασμενος, ο κακιωμενος, πικραμενος, θυμωμενος
Γιαλοψωλο Μαλάκιο
κατσιρμας ?
Προυμαζωμα Προμαζωμα
χοιρολομιασμενος, -η -ο ο φιλασθενος, ο καχεκτικος
χοιρολαιμος η χοιρολομος ο ασθενικος χοιρος
χνωτο, το η ζεστη ανασα
χ'νι, το το χωνι, η χοανη
χναρ' το το ιχνος. το πανι το εκοψα πας το χναρ'
χ'μωνας, ο ο χειμωνας
χλιος -α -ο χλιαρος, το νερο ειναι χλιαρο
χλιαρουθηκ' η η ξυλινη ιηκθ για τα μαχαιροπηρουνα (χλιαρια) και τα πιατα, που κρεμουν στον τοιχο της κουζινας.
χλιαρ' το το κουταλι
χ'λαρας, ο ο χειλας, αυτος που εχει μεγαλα χειλη.
χιονιας, ο ο βαρυς χειμωνας.
χιονα, η η λευκη αγελαδα.
χεροβαζω κα αχεροβαζω βαζω τ' αχυρο στις τσουβαλες για να μεταφερθει απ' τ' αλωνι στην αχερωνη.
χερια, η οτι μπορει να πιασει καποιος σε μια φουχτα.
χελιδονα, η σιδερενιο εξαρτημα με σχημα χελιδονοουρας, το οποιο συνδεει την πανω μυλοπετρα με τον αξονα στον ανεμομυλο
χειρουνιβω χαστουκιζω. πχ "θα σι χειρουνιψου".
χειρομυλισμενος, ο ο αλεσμενος στο χειρομυλο
χειμων'κα, τα ποικιλια μικρων καρπουζιων, που δια τηρουνται ως το χειμωνα
χαψια, η η μεγαλη μπουκια
χαφτος, ο ο ευπιστος
χατζηδενα, η η προσκυνητρια των Αγιων Τοπων, η γυναικα του χατζη.
χατζης, ο ο προσκυνητης των Αγιων Τοπων.
χασοφεγγαρια και χασ' η η περοδος του μηνα που χανεται το φεγγαρι.
χασ'κος ο καλοπλυμενος, ο καθαρος. πχ το χασ'κο ρουχο, το χασ'κο αλευρι, το χασ'κο ψωμι.
χαρτι, το το προικοσυμφωνο
χαρνω χαλω, ξοδευω, καταδτρεφω, σπαταλω.
χαρκοτσ'κας, ο καζανι με χειρολαβη
χαρισμα, το τα χρηματα που πετουσε η νυφη στις μαστορισσες, οι οποιες ετοιμαζαν τα προικια.
χορατευω αστειευομαι
χαρατευω εχω χαρα, ειμαι χαρουμενος
χαρανι, το το καζανι, ο λεβητας, το κτιριο που βγαζουν το ρακι.
χαντουμ'ς, ο ο ευνουχος
χαμουτια, τα το χοντρο περιλαιμιο που βαζουν στα ζωα (γαϊδουρια, αλογα, μουλαρια), οταν σερνουν το αλετρι η ψαρο για να μην πληγωνονται.
χαμογειο, το το ισογειο σπιτι, το μονοπατο.
χαμ'λα χαμηλα
χαμλος, ο ο κοντος, χαμηλος
χαλινο, το το χαλιναρι
χαλαλι σου γεια σου! στην εκφραση " χαλαλι σου γιεμ' χαλαλι σου!" σε καποιον που πνιγηκε στο φαγητο.
χαλακια, η το χαλασμα, το ερειπιο.
χαιρετ,μα, το η ευχη, η προποση. Λενε " Βρε σα μι κερασ'νε, τι να πω στο χαιρετ'μα:"
χαζιρκος, ο το ετοιμο, οτι αποκτηθηκε χωρις κοπο.
χαγιατ' το Υποστεγο διπλα στην μαντρα.
χαβια, η το δερματινο μπαλωμα του τσαρουχιου. ειδος φιμωτρου για τα ζωα.
φωτιοκαμενος, ο δυστυχισμενος Λενε "Ε το φωτιοκαμενου!"
φωτιζ' αγιαζει, ευλογει ο ιερεας τα σπιτια και τους κατοικους, γυριζοντας τα σπιτια των Θεοφανειων (Φωτων).
φωλια, η ο μικρος λακκος στον οποιο εσπερναν το βαμβακοσπορο. Σε καθε φωλια εβαζαν 5-6 σπορους και αργοτερα αραιωναν τα φυτα, αφηνοντας τα δυο δυνατοτερα.
φωλι, το το αυγο το οποιο αφηνουν στη φωλια, για να γεννα η κοτα στο ιδιο παντα σημειο.
φωκας, φουκας, ο το πηλινο η γυαλινο δοχειο για το μελι η το γλυκο του κουταλιου.
φυσ'κο, τι η συνηθεια, η παραξενια, η ιδιοτροπια. Λενε "Ειναι το φυσ'κομ'!, "Τοχου φυσ'κο!" = "Ετσι εχω συνηθισει"
φτω φτυνω.
φτουρω επαρκω, κυριως για τα φαγωσιμα.
φ'τευω φυτευω
φτερωτη, η τα πανια του ανεμομυλου που συνηθως ειναι δωδεκα.
φ'τεια, η η φυτεια, το φυτεμενο αμπελι.
φταιβω φταιω
φροκαλο, το το σκουπιδι
φροκαλια, η η σκουπα
φρεσκο, το η δροσια, αλλα και ο δροσερος χωρος.
φρενιμος ο φρονιμος, γνωστικος, ησυχος.
φραινουμι ευχαριστιεμαι, ευφραινομαι. Λενε "καλως τα 'φραινεστε!" = "Καλη ορεξη"
Φραγκια, η η Ευρωπη, η χωρα των Φραγκων.
φουσκωμενο, το το φρουτο (πεπονι, καρπουζι) που μολις αρχισε να ωριμαζει (φουσκωνει). Το ενδιαμεσο σταδιο μεταξυ του αγορου και του ωριμου.
φουσκαρος, ο το αεροστατο. Ετσι ονομασαν οι απλοϊκοι αγροτες του νησιου το αεροστατο που εφεραν οι Γαλλοι στρατιωτες το 1915.
φουσκα, η η ουροδοχος κυστη των ζωων. Τα χρισουγεννα οταν εσφαζαν τα γουρουνια παιρναμε την φουσκα, την φουσκωναμαι και την παιζαμαι σαν μπαλα. Βρωσιμο θαλασσινο μαλακιο. Τρωγεται ωμο με λεμονι.
φουρναριο, το το φουρναρικο, το μαγαζι του φουρναρη, το ψωμαδιο.
φουρκαλια, η η φρουκαλια, η σκουπα απο βουρλαη λυγιες με την οποια σκουπιζαν τ'αλωνι.
φουλι, το το αραπικο φιστικι.
φ'καρ' το το θηκαρι του σπαθιου, η θηκη. Σε τραγουδι "τραβηξε το χατζαρι του, απ' τ' αργυρο του γ'καρ' ".
φορτωμα, το το σχοινι με το οποιο δενουν ενα φορτιο στο ζωο.
φοραδακι, το το νεαρο θηλυκο αλογο, η μικρη φοραδα.
φοινικι, το Χριστουγεννιατικο γλυκο σαν το μελομακαρονο.
φνιδιο, φνιδιος ο θανατος, το θανατικο. Λενε για καταρα "φνιδιο ναχ'ς!"
φ'λω φιλω. Λενε "Καλλιο κρεας να σι φ'λω κι να μι φ'λας, παρα ψαρ' να σι φτω κι να μι φτας.
φλουμαρια, τα τα φλομαρια, μακαρονοειδες ζυμαρικο απο αλευρι, γαλα και αυγα, αναλογης κατασκευης με τις χειλοπιτες
φλιτζανα, η το πολυ μεγαλο κυπελλο
φ'λευω φιλευω, κερνω. Λενε "κατσ' κουμματ' να σι φ'λεψουμ'"
φ'λαχτω, το το παιδικο φυλαχτο, το οποιο καρφιτσωνουν στο εσωρουχο.
φλαμπλο, το το φλαμπουρο. Ειδος σημαιας που τοποθετουσε ο γαμπρος στο παρθυρο του την Παρασκευη πριν το γαμο στο οποιο εδενε χρηματα σ' ενα κομπο. Την Κυριακη, στο γαμο, το βαστουσε το παλικαρι το οποιο οδηγουσε την γαμπριατικη πομπη. Την ωρα του μυστηριου η λιγο αργοτερα γινοταν αγωνας δρομου η παλης μεταξυ των νεων του χωριου και ο νικητης επαιρνε ως επαθλο το φλαμποθρο με τα χρηματα. Στην καλλιοπη ο νικητης ειχα και το δικαιωμα να χωρεψει την νυφη κρατωντας το φλαμπουρο.
φλαμουρ' ,το το τιλιο, φλαμουρι
φ'λακωνω φυλακιζω
φ'λαγω φυλαγω, φρουρω
φκυαριζω φτυαριζω
φκυαρ' το το φτυαρι. Επισης εργαλειο του φουρνισματος που μοιαζει με φτυαρι.
φκιεμι ευχομαι, φκιομουνα, φκηθκα.
φκεντρι, φκεντιρ β'κεντρι, το η βουκεντρα
φκαριστω ευχαριστω
φκαριστησ' ,η η ευχαριστηση, η ικανοποιηση, το κεφι. Λενε "απο φκαριστησ' και μονε το 'κανε" = για το κεφι του για προσωπικη του ικανοποιηση, οχι για κερδος η επειδη ηταν υποχρεωμενος.
φιστον' ,το το κεντημενο τελειωμα του σεντονιου.
φιλι, το το φελι, η σφελλα, η φετα ψωμιου, τυριου
φηγουμι αφηγουμαι
φεγνω φευγω
γ'λουδα, η πιτα η τηγανιτα, που φτιαχνεται απο το ζυμαρι που περισσευει κατα το ζυμωμα του ψωμιου. Τις "φ'λουδες" εβαζαν στο φουρνο πριν απο τα ψωμια, για να διαπιστωσουν αν εχει πυρωσει.
φαρμακο, το γενικο ονομα για τα χημικα υγρα και σκονες γενικης χρησης (απορρυπαντικα,εντομοκτονα, παρασιτοκτονα, χλωρινη κτλ)
Φαντρια, η Η υφαντρια
φανταζ' βγαινουν φαντασματα, το μερος τρομαζει, φοβιζει. Λενε "στουν Ουργιακα (τοποθεσια) φανταζ"
φανοκορος, ο ο υπευθυνος των κοινοτικων φαναριων πετρελαιου.
φαναριωτ'ς ,ο ο φαροφυλακας
φαναρ' ,το ο φαρος
φαναρ, το ο φαρος
φαλια, η εξαρτημα της πασχαλινης πιστολας που βρισκοταν στο πισω μερος της κανης και εξασφαλιζε την επικοινωνια του καψουλιου με το μπαρουτι, ωστε να επιτυγχανεται η πυροδοτηση.
φαλαγκωνω βυθιζομαι, ακινητοποιουμαι, κολλαω στν αμμο η στη λασπη.
φαινω υφαινω
φαινουντιν φαινονται
φαδ' ,το ο μιτος το υφαδι
φαγουμος, ο η φαγωμαρα, η γκρινια, ο τσακωμος
υστερο, το ο πλακουντας που αποβαλεται απο τον οργανισμο της μητερας, μολις γεννησει. Η μαμη το "σκοτωνει" δηλ το θαβει η το καει, αλλιως στις επομενες γεννες πεφτει θανατικο.
τ'χρον' του χρονου
τ'γλο, το το τυφλο, τμημα του εντερου του χοιρου, το οποιο φουσκωνουν και παιζουν τα παιδια.
τ'φαν' το ο παλιοκαιρος, η κακοκαιρια
τυφλωνω φασκελωνω, μουτζωνω.
τυφλα! (επιφωνημα) στραβομαρα! Σαν βρισια, κοροίδια, καταρα. Λενε "Τυφλα κολιε, συ κι το μ'λαρ' π' αγορασες!"
τυρουπ'τουδια, τα τυροπιτακια
τυροσκαμνο, το το μακροστενο ξυλινο δοχειο στο οποιο τοποθετουνται τα τυριβολια για να στραγγιξουν απο τον τσιρο. Φερει σκεπασμα, για να μην πεφτουν σκονες και μια κονικη τρυπα στο ενα ακρο για να φευγει ο τσιρος.
τυρ'βολι, τυριβολι, το το παραδοσιακο καλαθακι στο οποιο αφηνεται το τυρι να στραγγιξει μετα το πηξιμο. Παλιοτερα το εφτιαχναν/επλεκαν με βουρλα και καλαμιες. Τωρα το φτιαχνουν απο πλαστικη χοντρη κλωστη.
τυραγνω, βασανιζω.
τυραγνο, το το βασανο, το απιθαρχο παιδι. Λενε-"φυγε ρε τυραγνο!"
τυραγνιδα, η η τυραννια, η κουραστικη ζωη, η βασανισμενη.
τυλ'γαδ' το το τυλιχτηρι οπου τυλιγεται το ξασμενο βαμβακι για να γινει κλωστη.
τσουρτο, το βρωσιμο αγριοχορτο
τσουρεκουδ' το το μικρο τσουρεκι
τσουμπουσ' το το φαγοποτι, η διασκεδαση
τσοθκαλοπιασματα, τα πανακια με τα οποια πιανουν τα καυτα σκευη της κουζινας.
τσουβαλα, η το μεγαλο τσουβαλι με το οποιο κουβαλουν το αχυρο.
τσομπανερ' ο ο βοσκος, ο τσομπανης μικρης ηλικιας.
τσορβας, ο το αλευροζουμι, ο χυλος
τσ'νω τσινω, τιναζω τα ποδια, κλωτσω σαν τα ζωα. Λενε- "τσ'να σαν του μ'λαρ'"
τσ'μουρ, το το τσιμπουρι του προβατου.
τσ'λω εχω διαρροια.
τσιφνας, ο ο οξυθυμος, ο ευεξαπτος.
τσιφλας, ο ο πονηρος, ο πανουργος, ο διπλοπροσωπος.
τσιτσιδ' ολογυμνος
τσιτ' το υφασμα κατωτερης ποιοτητας, τσιτι.
τσουρωνω καψαλιζω, καις τα κικρα φτερα που εχουν απομεινει μετα το καθαρισμα του δερματος της κοτας.
τσιρουφλιζω, τσουρουφλιζω καψαλιζω, τσιρωνω
τσιρουμαδω μαδω με παθος, με μανια, πουπουλομαδω. Στηναπειλιτικη φραση-"θα σι τσουρουμαδισου!"
τσιρος, ο το τυρογαλο
τσιρλης, ο ο φοβιτσιαρης
τσιρλα, τσιλα, η το κοψιμο, η ευκοιλιοτητα, η διαρροια.
τσιπουρα, τα τα στεμφυλα, οτι απομενει απο το πατημα των σταφυλιων.
τσι'κουδ' , το το μικρο τσιμπουκι
τσιπια, τα τα μαλινα χοντρα υφαματα στα οποια βαζουν το βρασμενο ταχινι, στο λαδομυλο, για να μπει στο πιεστηριο.
τσινας ετσι
τσιμπλιαρ'ς ο ο γεματος τσιμπλες στα ματια.
τσιμ'δια, η σιωπη, τσιμουδια
τσλικ τσιμακ, το το τσιλικι, παιδικο παιγνιδι.
τσικρικ' το εργαλειο με δυο ξυλινους αξονες που περιστρεφονται αντιθετα και καθαριζουν το βαμβακι απο τους σπορους.
τσιγκρικ' το ποικιλια σιταριου με μικρη αποδοση. Ειναι διφυλλο η τετραφυλλο και εχει μονο 2-3 σπυρια, αντι για 6-7 που εχουν οι καλλιτερες ποικιλιες.
τσητα, η η βεργα που τοποθετειται πανω στο πανι στον αργσλειο, για να μενει τεντωμενο.
τσεφλιο, το το τσοφλι, η φλουδα.
τσασβες, ο το καφομπρικο
τσερβουλι, το τσαρουχι απο δερμα χοιρου, το γουρουνοτσαρουχο.
τσαχλιατσαρ'ς, ο ο ατημελητος
τσαχλαρι, το μικρο μεταλικο κουδουνι ζωου.
τσαχαγιας, ο ο κεχαγιας
τσατμας, ο το υποζυγιο το οποιο κατα το αλωνισμα περιστρεφεται εσωτερικα απο τα βοδια. επισης ο μεσοτοιχος, το εσωτερικο τοιχιο του σπιτιου, που φτιαχνεται απο καλαμια και λασπη.
τσαταλ' το η σφεντονα.
τσασκα, η το μεγαλο φλιτζανι του τσαξιου.
τσαρκωνω δεν αφηνω τις προβατινες να ταϊσουν τ' αρνια τους, για να τις αρμεξω το πρωϊ.
τσαρδακα, η μικρο ξυλινο καλυβι,κωνικου σχηματος, σαν κοτετσι.
τσαπτσαριζω ερωτοτροπω, χαϊδευω ερωτικα.
τσαπιζω σκαβω με την τσαπα.
τσαπα, η η αξινα
τσαξ'μο, το το γλεντι η φασαρια
τσαντιλα, η πανι απο λευκο υφασμα σαν το τουλπανι, με το οποιο σουρωνουν το γαλα.
τσαμπουδ', τσαμπι, το η τσαμπαναρα
τσαμπαναρα, η το τσαμπι με σταφυλια, το οποιο βγαινει πολυ οψιμα στα ξεκλωναρα. προερχεται απο δευτερογενη ανθοφορια και ωριμαζει δυο η τρεις εβδομαδες αργοτερα απο τα κανονικα. Δεν εχει καλη αποδοση, γι αυτο το τριγουν χωριστα. Λενε την παροιμια- " οσα δε φταν' η αλεπου, τα λεγ' τσαμπαναρις".
τσαμπαγ'ς, ο ο πονηρος ζωεμπορος.
τσαμι, το το πευκο
τσαλαβ'τω τσαλαβουτω, βουτω απροσεκτα στα νερα η στις λασπες.
τσακωνω μαλωνω
τσακωνομαι μαλωνω με κακποιον
τσακωστεις να μαλωσεις, να επιπληξεις καποιον,
τσακουπ'δω χοροπηδω απο την χαρα μου.
Τσακμακιζω κοματιαζομαι ευκολα, Λενε "το πυρωμενο σταχ' τσακμακιζ' ".
τσακιλ' το το χαλικι
τσακας, ο ο σουγιας
τσακδελ' , το ο μικρος τοπικος σουγιας, αντιστοιχος του κολοκοτρωνεϊκου.
τσαζω τσιριζω, σκουζω. Λενε "το μωρο ετσακσεν στο κλαμα".
τσαγλια, η η αμυγδαλια
τσαγλα, η το αμυγδαλο
τσαγκαλα, τα παιδικο παχνιδι. ο ενας παιχτης μετακινειται μπροστα απο σ'ενα τοιχο και ο αλλος προσπαθει να τον χτυπησει με ενα τοπι. Αν αποτυχει, αλλαζουν θεσεις. Αν αποτυχει, τοτε ο πρωτος προσπαθει να χτυπησει με το τοπι τους υπολοιπους, οι οποιοι φευγουν τρεχοντας. Οποιον πετυχει περνει την θεση του.
τσαγιρ, το το κοντινο βοσκοτοπι που προοριζεται για τα οικοσητα ζωα. Επισης το χωραφι που δεν επιτρεπεται να βοσκησουν ξενα ζωα. Συνηθως στιναναι καλαμια με ενα κομματι πανι για να δηλωσουν οτι αυτο ειναι για αποκλειστικη χρηση.
τσαγγρουνια, η η γρατσουνια
τσαγρα, η το γλωσσιδι του μανταλου της πορτας.
τσαγαλο, το το αμυγδαλο. μαλλον το αμυγδαλο πριν αρχισει να σκληραινει.
τρωγω τσι κοπριγιεσιμ' βοσκω τα ζωα εκει που παλιοτερα ειχαν κοπρισει και επομενως λιπανει το μερος. Λενε στ' αφεντικο, αμα θελει να τους βγαλει απο το βοσκοτοπι- "ασε με να φαγω τσι κοπριγιεσιμ' ".
τρυπητο, το το σουρωτηρι.
τρυγητο αμπελι, το αμπελι ωριμο, ετοιμο για τρυγο. Στο τραγουδι των Φωτων- "γυρευει αμπελια τρυγητα, χωραφια με τ' ασταχυα".
ξεροτροχαλια, η η χαμηλη ξερολιθια (υψους 80-120 εκατοστα) που φτιαχνουν οι τσοπανηδες στα βοσκοτοπια για να καθονται στην απανεμια.
τροχαλια, η η χαμηλη ξερολιθια (υψους 80-120 εκατοστα) που φτιαχνουν οι τσοπανηδες στα βοσκοτοπια για να καθονται στην απανεμια.
τρουβαδελ' το ο μικρος τουρβας
τρουβας, τορβας, τσουρβας, ο ο ντορβας, ο πανινος σακκος στον οποιο κουβαλανε φαϊ για το χωραφι. Επισης ο σακκος τον οποιο φορανε στη μουρη των γαϊδαρων το Σεπτεμβριο για να μην μπανει η μυγα στα ρουθουνια τους.
τριψιμο, το το θρυματισμα του πυρωμενου σιταριου πρωτου θεριστει.
τριχιμδιζουμι στεναχωριεμαι, ριγω, ανατριχιαζω.
τριτσερνω στρεφω τον ανεμομυλο προς τον ανεμο.
τριρσαρισμα, το το στριψιμο της σκεπης του ανεμομυλου προς την μερια του ανεμου, με την βοηθεια της μανελας.
τριτουγυρισμα, το το σταυροδρομι, η τριτη στροφη. Σε τραγουδι "κι μες στο τριτουγυρισμα ρουθουνι δεν αφηκιν".
τρινυχτο (χρονικο επιρημα) πολυ πρωϊ, αχαραγα
τριγια (αριθμητικο) τρια
τριβλιδα, η αγριοχορτο που φυτρωνει μεσα στις αργασες. Στα παλια χρονια της πεινας τα μαζευαμαι απο το χωραφι, βαζαμε λιγο λαδι και ξυδι και τα τρωγαμαι σαν σαλατα.
τρεσα, η η χρυση κλωστη την οποια δενουν στα στεφανα, αλλα και στα ρουχα οσων συγγενων περνουν απο το σπιτι στους γαμους. απο εδω και η ευχη-"Και στα χ'σα στεφανα!".
τρεμοχουχουλ'ς, ο ο κρυουλιαρης, αυτος που με το παραμικρο κρυωνει.
τρεμοχουχουλιασμα, το το σκιρτημα απο το κρυο, τε τρεμουλο που συνοδευεται απο ζεσταμα των χεριων με τα χνωτα.
τραχολεφτερ' ,η η μεγαλοκοπελα,. Επισης οποια δυσκολοπαντρευεται γιατι ειναι ασχημη η βαρεμενη η απτυχε στον αρραβωνα της.
τραχανος, η τραχανο, ο ο τραχανας
τραφος, ο το ανισοπεδο συνορο δυο χωραφιων, το αρμακι.
τραφοματα, τα τα κλαρια τα οποια τοποθετουν πανω στον φραχτη της μαντρας, για να μη την υπερπηδουν τα ζωα. Σε τραγουδι -"στης μαντρας τα τραφοματα"
τραμπακες, οι οι ψημενοι σποροι καλμποκιου στη ζεστη σταχτη, το ποπ-κορν.
τραμ'ντανουδ' .το η ασθενης τραμντανα.
τραμ'ντανιζ' γυριζει ο καιρος προς την τραμουντανα.
τραμ'ντανα, η ο βορειος ανεμος, ο βοριας.
τρακουσαρα, η ειδος παλιου νομισματος που αξιζε 300 γροσια. Σε προικοσυμφωνο του 1840 "Δινουμ' ..... τρεις τρακουσαρες....".
τραβω, βατευω, στα ζωα. Λενε- "τ'ν τραβ'ξε ου ταυρος τ' γελαδα".
τουτονας, τουτηνια, τουτονα (αντωνυλια) αυτος εδω κοντα
τουρλος, ο η κωνικη σκεπη του ανεμομυλου, ο κωνος, ο τρουλλος.
τουρλοξ'λα, τα τα ξυλα με τα οποια φτιαχνεται ο τουρλος.
τουν'ς (Αντωνυμια) τινος. Λενε "τουν'ς εν το μ'λαρ':"
τουλπαν' , το το θερινο, λεπτο, λευκο γυνακειο κεφαλομαντηλο, που φορανε μεσα απ' το μποχτσα.
τοσηνα τοσουνα, τοσο μεγαλη.
τ'ναζω χτυπω κατι να πεσει, δυνηθως καρπους απο τα δεντρα πχ μυγδαλα, συκα κ.α.
τ'μω τιμω, εκτιμω, αποτιμω.
Τετραδ' , η η ημερα Τεταρτη
τιρσεκ' , το ο ακραιος λιθος του σπιτιου η ο ακραιος τοιχος.
τα τιναξε πεθανε
τιναξ' (ιδιωματισμος) "τιναξ' τ' αμπελ' ", οταν ο καρπος του δεν δεσει η οταν χαλασει πριν ωριμασει.
τιζαρω τεντωνω. Σε τραγουδι "τιζαρει κι τα χερια του κι κοβ' τ'ν αλυσιδα".
τι λουγιά! (ιδιωματισμος) αοριστη η ερωτηματικη ρκφραση, συμπληρωματικη της ομιλιας, χωρις καποιο συγκεκριμενο νοημα
τηρω κοιταζω
τζουτζουφια, η η τζιτζιφια, ειδος δεντρου.
τζουτζουφι, το το τζιτζιφο, ο καρπος της τζουτζουφιας.
τζουλωμα, το το κεντρισμα, το τσιγκλισμα.
τζ'λωνω τσιγκλω, πειραζω, ενοχλω καποιον με το χερι μου. Επισης κεντριζω το ζωο με το βκεντρι.
τζιτζνιζω, κουδουνιζω, βγαζω δυνατο ηχο. Λενε- "τζιτζνιζ'νε τα βιολια".
τζιτζι, το το βυζι, ο μαστος στην παιδικη διαλεκτο.
τζιζ, το το παιδικο παιχνιδι "μπιζ".
τζιβα, η η τριχια, ο τριχινος σπαγγος
τζεσμες, ο η μποτα, η γαλοτσα
τζελεπ'ς, ο ο ζωεμπορος, εμπορος προβατων.
τζ'γκελ', το το τσιγκελι, ο γαντζος, το αγκιστρο.
τζαρτζαλο, το ειδος βεροκοκου, ο καρπος της τζαρτζαλιας.
τζαρτζαλι, η ειδος βερικοκιας
τζανεμπετ'ς, ο αναποδος ανθρωπος, με κακους τροπους.
τζαμπα δωρεαν
Τετραδ', η η ημερα Τετερτη
τεναζ', το ο μακροστενος σωρος αλωνισμενου σιταριου που δημιουργειται για το λιχνισμα.
τεμσαρ'κο, το μο μισιακο χωραφι.
τελομενος, -η ο οριοθετημενος, ο περιφραγμενος με συρματα η φραχτη χωρος. Λενε - "ειναι τελωμενο το χωραφι".
τ'γανοπ'τα, η γλυκισμα σαν τυγανιτα, που το φτιαχνουν απο τη ζυμη που περισσευει κατα το ζυμωμα του ψωμιου.
ταχ'νο η ταχυ, το το χαραμα, η αυγη.
ταχιν', το το αλεσμενο σουσαμι. Ο πλανοδιος πωλητης, που ηταν συνηθως ο ιδιος ο ιδιοκτητης του λαδομυλου φωναζε- "ταχιν', σαμολαδο μι του σαμ' αλλαξα".
ταχια (επιρημα χρονικο) γρηγορα, συντομα, αυριο, το χαραμα
ταυρι, το το αρσενικο βοδι,
ταραχτα, τα τυροκεφτεδες απο φρεσκο τυρι και χτυπημενα αυγα στο τηγανι.
ταπετο, το το χαλι.
ταμπακης, ο ο βυρσοδεψης
νταμαχιαρ'ς, ο ο απληστος, ο πλεονεκτης
ταμαχ' το η πλεονεξια.
νταμαχ' το η πλεονεξια
τακιμια, η τακιμνια, τα τα κουζινικα, συνηθως τα μπακιρενια. Σε προικοσυμφωνο του 1840_ "Δινουμ'....ουλα τα τακιμνια για τ' γουνια, το μαγειρεμα στ' μαντρια .....". Επισης το ζευγαρι ταιριαστων αντικειμενων, πχ λενε- "τακιμια σεντονια, παπουτσια κ.α." Συνολο πραγματων που χρησιμοποιουνται για τον ιδιο σκοπο.
ταγη η ταη, η το ταϊσμα του ζωου.
ταζω υποσχομαι, κανω ταμα σε καποιον Αγιο.
ταγγιζω παιρνω δυσαρεστη μυρουδια. Με τα πολλα τηγανισματα το λαδι ταγγιζ'.
ταγιν', το η υποχρεωση του κεχαγια ναπροσφερει τακτικα στο αφεντικο μερτικο απ' οτι παραγει το νοικιασμενο χωραφι η βοσκοτοπι. Αναλογα με την εποχη το ταγινι περιλαμανε- γαλα, τυρι, αυγα, αρνι (το Πασχα), κοτες,κρασι, ρακι, σιτηρα, κηπευτικα κτλ. Το ταγινι δινοταν επι πλεον του οποιου ενοικιου.
ταβας, ο το ταψι.
ταβαδελ', το το μικρο ταψι. Σε ταβαδελια, αντι για πιατα, τρωγανε ομαδικα την κουρκουτα στους γαμους.
σωνω κοντευω, φτανω, τελειωνω.
σωμαντρο, το ο περιφραγμενος χωρος στον περιβολο της μαντρας οπου βαζουν τα προβατα πριν τα αρμεξουν, ωστε να οδηγουνται ενα-ενα στον μποντιλα.
σφυριματια, η το σφυριγμα. Στο τραγουδι - "ακουω μια σφυριματια απι το παραθυρι".
σφουνος, ο αγριο αγκαθι τον ανθο του οποιου καπνιζουν με τσιμπουκι. Επισης ο καπνος. Λενε - "εγινε σφουνος" = εγινε καπνος, εξαφανιστηκε.
σ'φουν' το το σιφουνι, ο ανεμοστροβιλος
σ'φνιζ, σιφουνιζει, φυσα δυνατος ανεμος και δημιουργει σιφουνι.
σφιξ', η η ανγκη, η δυσκολια, η ελλειξη χρηματων. Λενε -"εχου σφιξ'"
σφιντιλ' η σφοντυλ', το το κυκλικο εξαρτημα του αδραχτιου το οποιο το βοηθα να περιστρεφεται
σφιδα, η μικρο πηλινο πιθαρι για κρασι, λαδι η ξυδι, χωριτικοτητας 40 λιτρων περιπου. Σε τραγουδι - " στη σφιδα 'νι τα γροσια, στο κιουπι τα φλουρια".
σφηγκια, η η σηκοφολια
σφαχτα, τα τα προς σφαγει αιγοπροβατα.
σφαλιστος, ο ο ασφαλισμενος, κλειστος.
σφαλιζω, ασφαλιζω, κλεινω. Λενε "Σφαλισ' το παραθυρισ'" Στο τραγουδι των Φωτων - "να μας κερασεις ενα κρασι και παλι να σφαλισης".
στραβλιστρο, το σιδερενια βεργα για να ανακατωνουν την φωτια μεσα στο φουρνο για θερμανει ολοκληρη η επιφανεια.
συρτ'ς, ο εργαλειο του φουρνου, σαν τσαπα με μακρυ στελιαρι για να τραβανε τα αναμενα ξυλα εξω απο το φουρνο οταν εχει ζεσταθει.
συρματα, τα τα περιφραγμενα βοσκοτοπια. Λενε για τα ζωα- "Ταχου στα συρματα κι δε μολερνουν", το μονιμο βοσκοτοπι του κοπαδιου.
συντ'χαινω, απαντω, ομιλω, συναντιεμαι τυχαια.
συντυχια, η ο χαιρετισμος, η απαντηση, η ομιλια, το ιδιαιτερο χρωμα της φωνης.
συννεφοκαμα, το η κουφοβραση, ο ζεστος και υγρος καιρος λογω συννεφιας.
συμπεθερ'κατος χορος, ο τοπικος χορος του γαμου προς τιμη των συμπεθερων
σθγκαμα, το ο ερεθισμος του δερματος σε ευαισθητα σημεια.
συβραση, η το ξαναβρασιμο της φαβας η της κουρκουτας με καβουρντισμενο, ψιλοκομμενο κρεμμυδι και σαλτσα. Επισης το φαγωσιμο σκευασμα της παραπανω διαδικασιας.
στ'χιζω δουλευω ως παραγιος, βοηθος βοσκου σε ξενο κοπαδι. Λενε - " σε ποιον στ' χιζ'ς φετου:"
στ'χειο, το το στοιχειο, η ξωτικη.
στ'φοκολλα, η το στυποχαρτο και γενικα καθε απορροφητικο χαρτι.
στυβω πιεζω κατι βρεγμενο για να στραγγιξει το νερο. π.χ. στυβω τα ρουχα.
στρουσιδια, τα τα κλινοσκεπασματα
στρουμπιδα, η παιχνιδι που μοιαζει με σβουρα.
στρογγυλ' το ο θολος του φουρνου.
στρφναρ' το εξαρτημα του βιολιου που τεντωνει τις χορδες.
στραβολαιμνιασα κοιμηθηκα ασχημα και με ποναει ο λαιμος μου.
στραβολαιμ'σσα η γυναικα με στραβο λαιμο. κοιμηθηκα ασχημα και στραβωσε ο λαιμος μου και με ποναει.
στραβοκουρναρος, ο ο ασχημος. Σε τραγουδι- "δγιε κι το στραβοκουρναρο ποχεις στην αγκαλια σου".
στραβουκορακας, ο ο ασχημος, ο κακοφτιαγμενος. Σε τραγουδι - "και διε τον στραβοκορακα, ποχεις στν αγκαλια σου".
στουλιεμι στολιζομαι. Σε τραγουδι- "Μανα 'νας γιος στουλιζιτι, μανα, 'νας γιος στουλιετι".
στ'ν οψ' (τροπικο επιρημα) επιφανειακα, στην οψη.
στ'μερνω εκτιμω, υπολογιζω καποιον, δινω σημασια.
στ'μαρ'σμα, το υπολογισμος, εκτιμηση, ενδιαφερον. Λενε - "για διε στ'μαρ'σμα ου Γιανν'ς!", οταν καποιος δειχνει ενδιαφερον για μια κοπελα.
στλιβα, η η διπλα του τσαρουχιου. Απο το αρχαιο ρημα στιλβω=διπλωνω.
στιφανωτα, τα ο γαμος, η στεψη, τα στεφανα. Σε τραγουδι του αρραβωνα- "Ας ειναι καλοριζικα τ' αρραβωνιασματα σας κι να σ'ς αγιωσει ου Θιος κι στα στεφανωτα σας".
στηθοχτυπιεμι θρηνω χτυπωντας το στηθος μου. Σε θρηνιτικο τραγουδι- " Ουλες οι μανες κλαψανι κι ουλες στηθοχτυπ'θηκαν".
στεφανουφιλ'μα, το το προσκυνημα των στεφανων του γαμου και του Ευαγγελιου μετα το περας του μυστηριου, κατα το οποιο ριχνουν και ενα φιλοδωρημα στο δισκο της εκκλησιας.
στεφανα, τα ο γαμος, το στεφανωμα. Λενε στους αρραβωνιασμενους- "και στα χ'σα στεφανα!".
στερνοπαιδ', το το στερνο παιδι, το μικροτερο
στεργω η στρεγω συναινω, συμφωνω. Λενε - "το στρεγ' η μανας".
στειλιαρ η στ'λιαρ' το το μακρυ ξυλο, το ραβδι, Η ξυλινη λαβη γεωργικων εργαλειων.
στ'βαζω στοιβαζω, τοποθετω πραγματα τονα πανω στ' αλλο. επισης ξενω το βαμβακι χρησιμοποιοντας την κορδα.
σταφλας, ο ο μεγαλοϊδιοκτητης αμπελιων η ο μεγαλοπαραγωγος. Επισης ο κλεφτης σταφυλιων. Επισης ο τρυγητης.
σταυρωνω κανω το σημειο του σταυρου σε καποιον για να τον προστατεψω απο κατι κακο. π.χ. οταν φευγουν τα παιδια για το σχολειο η μανα "τα σταυρων'.
σταυροκουπιεμι σταυροκοπιεμαι, κανω το σταυρο μου πολλες φορες
σταλος, ο το σκιερο μερος του σταλισματος. η διαδικασια του σταλισματος. η ωρα του σταλισματος. Λενε - "κοντευ' σταλος" οταν πλησιαζει η ωρα 11π.μ. περιπου
σταλισμα, το η μεσημεριανη αναπαυση των προβατων το καλοκαιρι σε σκιερο μερος, οπου συγκεντρωνονται το ενα διπλα στο αλλο.
σταλιζω οδηγω τα προβατα για σταλισμα. επισης σταματω. Λενε "σταλισαν οι βρυσες" δηλ. επαψαν να τρεχουν.
στ'χασ' (ιδιωματισμος) οταν τελειωνει η σεληνη δηλ. σπανια
σπ'τομαντρο, το το κεντρικο οικημα της μαντρας το οποιο σε παλιοτερη εποχη χησιμευε και ως κατοικια.
σπ'τολογος, ο ο σπιτογατος, αυτος που μαζευεται σπιτι.
σπουρια, η μοναδα μετρησης των χωραφιων, που προεκυψε απο τη διαιρεση του χωραφιου σε τμηματα, κατα τη σπορα, ετσι ωστε να μη μενει ασπαρτο. Μια σπορια αντιστοιχει σε 1/4 στρεμματος περιπου. Λενε για ενα μικρο χωραφι-" δεν εναι μεγαλο, μια σπουρια εναι".
σποροσακ', το το σακουλι με το σπορο, το οποιο ο αγροτης κρεμουσε απο τη μεση του η την πλατη του την ωρα της σπορας.
σπιρτουλογος, ο το σπιρτοκουτο
σπαργωμενη, η η αναρμεγη προβατινα η κατσικα, που ειναι φουσκομενη δηλ. το μασταρι ειναι παραγεμισμενο με γαλα.
σοφρας, ο χαμηλο στρογγυλο τραπεζι κουζινας στο οποιο ετρωγε (σταυροποδι) η οικογενεια, περιπου 20 ποντους ψηλο.
σουφνας,ο ο σιφουνας
σουφιλιαζω ενωνω/ταιριαζω δυο ξυλα.
σουφ'λιαζω συμφιλιωνομαι, τα φτιαχνω με καποιον. Σε τραγουδι "εκει τα σουφιλιασαμι, εκει τα κουβιντιασαμι".
σιφιρτας, το μικρο κατσαρολι με υδατοστεγες καπακι, που σφραγιζει ερμητικαμε τη βοηθεια μεντεσε. Αλλου λεγεται και καστανια.
σουτηριαζουμι σωζομαι, γλυτωνω απο κατι. π.χ. οταν κανει κρυο και καποιος ειναι ελαφρα ντυμενος και τουρτουριζει του λενε "κουκουλωσου να σουτηριαστεις!"
σουσαλο, το το σκουπιδακι
σουρος, ο ο σωρος, το πληθος. συνωνυμο του κουβνος
σπυρντιζω αντιλαμβανομαι, εννοω.
σουρλας, ο η μεγαλη σταμνα με την οποια μεταφερουν το κρασι απο τη γουβα στο σπιτι.
σουμα, η το αρχικο αποσταγμα στο ρακοβγαλσιμο, το οποιο ξαναποσταζεται για να λαμπικαρι. το αθροισμα. Λενε "κανε σουμα για να δω ποσα σι χρωστω".
σουλουπ' το το σουλουπι, η φυσιογνωμια, ο τυπος καποιου. Λενε "δε μ'αρεσ' του σουλουπιτ'".
σουλ'ναρ', το σωληνοειδης θηκη φαρμακευτικων σκεβασματων με καπακι στο ενα ακρο.
σουδα, η το στενο χωρισμα πλατους μισου μετρου περιπου, που αηναν αναμεσα στα γειτονικα σπιτια για να περνουν τα νερα και να προστατευουν τα θεμελια.
σουγλομπελονιαζω ραβω ρουχα
σουγλι, το το σουβλι
σουγιουλτζης, ο ο νερουλας, ο υδρονομεας, ο υπευθυνος της υδρευσης.
σ'νατοι μας μεταξυ μας
σμυρνιο η σμυρναιϊκο, το αρχιτεκτονικο σχεδιο κατοικιων, το οποιο αρχισε να επικρατει στο νησι στα τελη του 19ου αιωνα, και σταδιακα αντικατεστησε το παλιο τοπικο σχεδιο με την αξατα. Το σμυρνιο περιλαμβανε ενα κεντρικο διαδρομο, που κατεληγε στην κουζινα, με δυο δωματια αριστερα και δεξια.
σ'μπνιαζω συμπιεζω, ζουπω, παρακινω καποιον με σπρωξιμο, τον πιεζω με φορτικοτητα.
σ'μπαινω η ζ'μπαινου εισερχομαι. Σε τραγουδι "απ' το παραθυρι σεμπηκιν, σαν το χιλιδουνακι".
σ'μανουρα, τα το κομμενο γυαλι πριν μπει στο τυριβολι για να στραγγιξει. Τρωγεται με παξιμαδια και ζαχαρη. Λενε "να σι φ'λεψω δροσιρα σ'μανουρα
σλαβεργ' η σλιαβ'ρουδ', το η φλογερα
σ'λατσερνω σουλατσαρω, πηγαινοερχομαι.
σκυβαλο. το το σκουπιδι, το απομιναρι του κοσκινισματος
σκτρω ψαχνω, ξεσκαλιζω.
σκουταρ', σ'κ' ταρ, το ο οδοντωτος τροχος στο μηχανισμο του ανεμομυλου.
σκουν' το το ψιλο σαν σκονη γλυκανισο, δευτερης ποιοτητας.
Σκοτωνω το υστερο (ιδιωματισμος) θαβω η καιω το υστερο μετα την γεννα, γιατι θεωρειται ζωντανο.
σ'κοπαγιδα, η το ξερο συκο
σκολη, η η γιορτινη μερα, η σχολη
σκ'νια (ιδιωματισμος) ο ενας πισω απο τον αλλο, Λενε " Σκ'νια- σκ'νια πανι φετους στουν Αγιο Σωζο".
σκ'λοφαγο, το το σκυλοφαγωμενο. Λενε στα ζωα τη βρισια- "βρε το ζαγαρ' το σκ'λοφαγγου! ".
σκ'λιδα, η η σκελιδα του σκορδου.
σκ'λι, το το πεζουλι εξω και γυρω απο την κατοικια. Λενε "το γιομα καθομαστι στο σκ'λι κι κουβεντιαζωμ'".
σκ'ληκος, ο το σκουληκι
σκ'λαρακ, το το σκυλακι
σκ'λατζαρωνω σκαρφαλωνω
κλατζαρωνω σκαρφαλωνω
σκ'λαντζαρωμα, το το σκαρφαλωμα
σκιπασιδια, τα τα κλινοσκεπασματα
σκιαζοθμι φοβαμαι τις σκιες, τα φαντασματα.
σ'κια, η η συκια.
σκεπα, η η σκεπη, η στεγη.
σκαφιδ', το η κουνια του μωρου.
σκατοσουγο, το παλιο-οικογενεια (σοϊ), με κακη φημη.
σκαμπαζω αντιλαμβανομαι, καταλαβαινω. Συνηθως σε αρνηση, π.χ. "δε σκαμπαζ'ς γρι! ".
σ'καμ'νο, το το συκαμινο, ο καρπος της σ'καμ'νιας
σ'καμ'νια, συκαμνια, η η μουρια
σκαλλιδα, η η στενη τσαπα, ο μεγαλο σκαλιστηρι.
σκαλα, η η αποβαθρα, ο μωλος
σιλουδα, η η μικρη σελα του σωου, επισης η μικρη βρακα.
σικλετιζουμι στεναχωριεμαι, πιεζομαι.
σικλετ' το η στενοχωρια, το σεκλετι.
σητα, η το μικρο λεπτο κοσκινο για το αλευρι, την αχνη ζαχαρη κτλ.
σερτ'κο νερο, το η δυνατη, αποτομη βροχη.
σερσεμ'ς, ο ο μισοπαλαβος
σελα, η η παραδοσιακη βρακα του κεχαγια.
σειεμι σειεμαι, κουνιεμαι. Στο τραγουδι "Βρε κιαχαγια πιρηφανε που πορπατεις και σειεσι".
σ'γολερος, ο το σ'γολουρο
σ'γκοφτω διακοπτω, εμποδιζω κατι να ολοκληρωθει.
σ'γκαυτω συγκαιω
σγαρδι, το τροπικο επιρ. τροπος χαλαρου τυλιγματος του σχοινιου σε μεγαλες κουλουρες που αναδιπλωνονται και δενονται σφιχτα στη μεση.
σγαρα, η ο προλοβος των πτηνων.
σβουρισμα, το το χτυπημα και τριψιμο του χταποδιου στα βραχια για να μαλακωσει.
σβουριζω στριφογυριζω κατι με το χερι και το πετω. Λενε- "μου σβουριξ'ν να λ'θαρ" η "θα σι πιασ' απ' του μαλλι κι θα σι σβουρισω". '
σ' βουνια, η παλια εκαιγαν σβουνιες γαι να διωχνουν με την καπνια τα ενοχλητικα εντομα (μυγες, κουνουπια κτλ)
βνια, σβουνια, σ'βνια, η η κοπρια του βοδιου.
σβουνια, βνια, σ'βνια, η η κοπρια του βοδιου
σ'βνια, σβουνια, βνια, η η κοπρα του βοδιου
σβαρνισμα, το το σπασιμο των σβωλων που σχηματιζονται απο το οργωμα.
σβαρνιζω σπαζω με την σβαρνα τους χωματινους βολους.
σβαρνα, η σιδερενιο η ξυλινο γεωργικο εργαλειο καταλληλο για το σβαρνισμα.
κλαδευτηρι, το κυρτο, οδοντοτομαχαιρι καταλληλο για τον τρυγο.
σβανας, ο κυρτο, οδοντοτομαχαιρι καταλληλο για τον τρυγο.
σαψαλο, το το σαπιο
σαστικια, η η αρραβωνιαστικια, Θηλ΄του επιθ. σαστικος<(ρημα) σαζω<ισαζω=ζευγαρωνω
σαστιζω τα χανω, συγχιζομαι
σαρκουδιμενος, ο δουλοπαροικος κεχαγιας. Επικληση που υποδηλωνει την εξαρτηση του απο το αφεντικο, (σαρκα-δεμενος).
σαρανταρι, το οι σαραντα ποντοι στο παχνιδι εξηνταεξ, οταν ο παιχτης εχει Ρηγα και Νταμα σε κοζα.
Σαρανταμερο, το η σαρανταημερη νηστεια πριν τα χριστουγεννα, που αρχιζει του Αγιου Φιλιππου (14 Νοεμβριου).
σαρανταδωδεκαποσοτικο ποσοτικο επιρ. παρα πολλα.
σαραλικι, το νευρο το οποιο συνδεει το πανω χειλος με τα ουλα της ανω γναθου. Το κοβουν για να περασει ο ικτερος (χρυση).
σαρακας, ο το σαρακι του ξυλου.
σαπαν' τοπ, επιρ. εκει πανω.
σανοξω τοπ. επιρ. προς τα εξω.
σαμσαδες, οι πρωτοχρονιατικα γλυκα, απο φυλλο τυλιγμενο σε ρολο και γεμισμενο με καρυδια, καβουρδισμενο σουσαμι, σταφιδες, αμυγδαλα και σιροπι.
σαμοξυλα η σ'σαμοξ'λα, τα καλαμιες απο θερισμενο σουσαμι. τα χρησιμοποιουν για την παραγωγη αδυναμης φωτιας στην αρχη του ρακο βγαλσιμου.
σαμολαδο η σ'σαμολαδο, τοτο το σησαμολαδο. οι πωλητες σαμολαδου διαλαλουσαν "τρεις οκαδες σαμ', μια οκα σαμολαδο".
σαμιαμιδ', το ειδος μικρης λευκης σαυρας που κατοικει μεσα στα σπιτια σε τρυπες του τοιχου.
σαμι η σ'σαμ', το το σουσαμι. πληθ. τα σαμια.
σαμεσα τοπ. επιρημα. προς τα μεσα. Επισης λενε και στα μεσα χωρια, εννοωντας τα χωρια ΑγιαΣοφια, Φυσινη , Σκανδαλη.
σαμακι, το αδιαβροωο χορταρι με το οποιο σκαπαζουν τους ανεμομυλους και τις σκεπες κα τις τσαρδακες. το κοβουν απο τις ασαμακιες η σαμακιες που φυτρωνουν στην αμμουδια κοντα στην θαλασσα.
σαλιακουδ' το το μικρο σαλιγκαρακι που σκαρφαλωνει πανω στα ξεροχορτα. Συχνα ο βλαστος των ασπορρδιλων ειναι καλυμμενος απο σαλιακουδια.
σαλιακας, ο το σαλιγκαρι. πληυντικος οι σαλιακ' και σπανιοτερα τα σαλιακια. καλος και πλατιος.
σαλια μπαλια ειφωνυμα. η πολυλογια
σαλβαρι, το το ανδρικο γιορτινο ρουχο, με ολα τα στολιδια του
σαλαμουρα, η χαρακτηριστικος τυπος λημνιακου τυριου, που διατηρειται στην αρμη.
σαλαγος, ο η φασαρια, ο θορυβος απο φωνες, ομιλιες
σαλαγω βοω, φωναζω δυνατα δινοντας οδηγιες.
βόντενα πεπόνι
σαλαγας, ο ο ντελαλης που εβγαινε τα παλια χρονια στους δρομους του χωριου φωναζοντας τις ανακοινωσεις του προεδρου, δινοντας οδηγιες τι πρεπει να κανουν οι χωριανοι.
σαλαγω βοω, φωναζω δυνατα δινοντας οδηγιες.
σαλαγος, ο η φασαρια, ο θορυβος απο φωνες, ομιλιες.
σαλαγγια, η ειδος ψαρεματος
σακουραφα, η η χοντρη βελονα με την οποια ραβουν τα σακια.
τσ'βαλα, η η τσουβαλα, μεγαλο υφαντο τσουβαλι με το οποιο μεταφερουν το αχυρο.
σακατ'ς, ο ο αναπηρος
σακατευω καταστρεφω. Λενε "του σακατεψες του ζο".
σακατ' (τοπικο επιρημα) προς τα κατω.
σαϊτα, η ο μακρυς πλαστης για το ανοιγμα το φυλλου. Εργαλειο του αργαλειου. μακρουλο και μυτερο ξυλινο κατασκευασμα το οποιο μεταφερει το στιφαδι αναμεσα στο στιμονι στην υφαση. Βλεπε φωτο.
σαθυρ' το χωραφι περιμαντρωμενο με ξερολιθια η καλαμια μπλεγμενα μεταξυ τους σε χαμηλο υψος.
σαζω διορθωνω, κανονιζω. Λενε στο απιθαρχο παιδι. "εννοιασ, κι θα σι σασου!' ".
περα π' κ'να (τοπικο επιρημα) απο κει περα.
σαδουνα (τοπικο επιρημα) εδω κοντα, προς τα δω
σαγανακ', το η ξυλια, ο μπατσος. Λενε "θα σ' ριξ' 'να σαγανακ' να του θ'μασ'"
σαβουρα, η ο αχρηστος ανθρωπος. Λενε "αυτος καν' μον' για σαβουρα".
σα(ν) (χρονικο επιρημα) οταν, αφου. Λενε "σαν ερτ'σ" =οταν ερθεις. "σα φυγουμ' " =αφου φυγουμαι.
ρωτηξα ρωτησα
ρωτα με! (ιδιωματισμος) που να θυμαμαι, μσκαρι ναξερα. Εκφραση αμηχανιας στην οποια καταφευγει καποιος, οταν αδυνατει να βρει την καταλληλη απαντηση.Λενε "ε, τωρα ρωταμε!".
ρυακουδ', το το μικρο ρυακι, το ποταμακι.
ρουκια, η η ροκα, υφαντικο εργαλειο για την κατακευη της κλωστης.
ρομαν' η ρουμαν', το το ρουμανι, η πυκνη βλαστηση, το δασος.
ροκα, η Ένα ραβδί που το ένα άκρο του καταλήγει σε δύο κύκλους σε σχήμα Φ που μέσα τους έμπαιναν και συγκρατούνταν οι τουλούπες απο μαλλί η βαμβακι για το γνέσιμο.
ροκα, η αγριοχορτο που μοιαζει με το γλυκανισο. Τρωγεται ωμο σαν σαλατιο, γιατι οταν βραστει πικριζει. Θεραπευει την δυσπεψια. εξαρτημα στου ανεμομυλου. Ειναι ενας κατακορυφος ξυλινος κυλινδρος με εγκοπες, στις οποιες εφαρμοζουν τα δοντια του σκουταριου σαν σε γραναζι.
ροζος, ο ο καρπος στα δεντρα (ο οφθαλμος). στα χερια (ο καλος).
ροζιασμενος, ο ο γεματος ροζους. π.χ. τα ροζιασμενα χερια.
ροδοπ'τα, η το ψωμι που ψηθηκε πανω στην πετρα του σπιτικου φουρνου και οχι μεσα στο ταψι. Θεωρειται νοστιμοτερο.
ροδομαγουλατη, η γυναικειο εγκωμιο. Σε τραγουδι-"μελαχρινη κοπελα μου και ροδομαγουλατη"
ροδαν', το εργαλειο με το οποιο μασουριζουν την κλωστη.
ροβια, η η θυμωνια με αχυρο απο θερισμενο ροβι.
ροβι, το κτηνοτροφικο φυτο με κικρους πορτοκαλλοχρωμους σπορους τους οποιους αλεθουν και ταϊζουν τα ζωα.
ρεφαδκα, τα υπαρχει καταγραμμενη σε αφηγηση στις Σαρδες-"ηταν εκι κουντα 15 ζευγαρια δικει τα τουρκ'κα και τα ρεφαδικα"
ρετσπερ'κα, τα τα καλαντα του γεωργου, εμβολιμοι στιχοι στα καλαντα της πρωτοχρονιας η των Φωτων, τους οποιους λενε οι γεωργοι για το καλο της χρονιας.
ρετσπερ'ς, ο ο αγροτης, ο γεωργος, ο μεροκαματιαρης.
ρετσ'ναδα η ριτσ'ναδα, η το αδιαβροχο ρουχο. απο το ονομα του παραγωγου του υφασματος Ρετσινα.
ρετσελ', το γλυκισμα απο φρουτα ψημενα και περιχυμενα με μουστο.
ρεπαν'δογουλ', το το τρυφερο μερος της ρεπανιδας.
ρεπανιδα η ραπανιδα, η ειδος αγριοχορτου
ρεντιδα, η το τρεξιμο
ρεντα, η η τρεχαλα και οικογενειακα ονοματα Ρενταρης, Ρινταρης.
ρεμπελος, ο ο τεμπελης, ο ανεπροκοπος, επαναστατης.
ραχιωτ'ς, ο ο ραχιαιος, ο ευρισκομενος στη ραχη υψωματος, λοφου.
ραχατ' το το ραχατι, η ξεκουραση, η αναπαυση.
ραμνουδ', το το βατομουρο, ο καρπος του αραμνου. Με ραμνουδια, κονιακ και ζαχαρη φτιαχνουν ηδυποτο.
ρακοβγανσιμο, το η αποσταξη του ουζου.
ρακοβγαζω, αποσταζω ουζο στο λακαριο.
ρακατζης, ο ο ιδιοκτητης του λακαριου
ροζακι, το το ροζακι, ποικιλια σταφυλιου. Στο τραγουδι- "κανει σταφυλι ροζακι, κι το κρασι μουσχατου".
πυρωνω -νουμι καιω, καιγομαι, ζεσταινομαι υπερβολικα. Λενε- "πυρωσ' το μαγκαλ' " δηλ. εκαψε το μαγκαλι. "ειναι πυρωμενος απ' τουν ηλιου" δηλ. εχει κοκκινισει απ' τον ηλιο.
πυρων' κανει ζεστη, εχει καυσωνα.
πυρωμενα, τα καμενα. Ειδικη εκφραση μονο για τα σταχυα. Οταν παραξεραθουν και σπανε ευκολα. Λενε- "δεν θεριζουντ', ειναι πυρωμενα.
πυρρος, ο ο καυτος, ο πυρωμενος.
πυρουστια, η το σιδερενιο τριποδο η τετραποδο ορθογωνιο του τζακιου οπου ακουμπουν τα μεγειρικα σκευη πανω απο τη φωτι.
πυκνουκερασμα, το το συχνο κερασμα.
πρωτοτσουκαλο, το το πρωτο τσουκαλι ουζου στο ρακοβγαλσιμο. ειναι το ποιο δυνατο (μεχρι 36 γραδα) και δεν πινεται. το χρησιμοποιουν ως γιατρικο- για κομπρεσες και εντριβες.
πρωτοστεφανος, ο στεφανωμενος μονο μια φορα, που δεν εχει χηρεψει.
πρωτολατης, ο το πρωτο πεπονι η καρπουζι που βγαινει απο τη ριζα. συνηθως το βαστουν για σπορο.
πρωτοκουλλ'κο, το το πρωτοτοκο παιδι.
πρωτοδαιμονας, ο ο αρχιδιαβολος. και σαν βρισια-"μαρε προυτουδεμουνα υγε ποδαυτου!".
πρωτογεννο η προυτογινου, το το χρονιαρικο αρνι που πρωτοαλλαζεται και δεν εχει ξαναγεννησει.
πρωτογαλο, το το πρωτο γαλα του θηλυκου μετα τη γεννα.
πρωτ'λια, η το γνωστο παιδικο παιχνιδι σαμαρακια η βαρελακια.
πρωταρα, η η πρωτοτοκη κορη.
πρωμος, ο ο πρωϊμος, ο αγουρος, π.χ. το πρωμο παιδι, δηλ. αυτο που γεννηθηκε προωρα.
προυψε προχθες βραδυ
προυτ'νος η πρωτινος παλιος, ο περασμενος. Λενε - "οι προυτ'νοι αθρωπ'" και "τα προυτ'να τα χρονια"
προυνα,η το δαμασκηνο
προυκοσυμγωνο, το το προικοσυμφωνο.
προυκιχαγιας, ο ο πρωτοκεχαγιας, ο μεγαλοβοσκος. Ευποροι κεχαγιαδες αναδειχτηκαν μετα το 1840, οταν επιτραπηκε στους χριστιανους ν' αγοραζουν γη. Σε τραγουδι- "Ω κιχαγια, προυκιχαγια κι προυτοζιβγουλατη!".
προυζυμ', το το προζυμι. Λενε "θελω να πιασου προυζυμ' για να ζ'μωσου".
προσωρας η προυσωρας για την ωρα, προς το παρον,
προσωπικη η προυσωπ'κη η εθελοντικη προσφορα εργασιας για τις αναγκες του χωριου, η οποια συνηθιζοταν μεχρι τα πρωτα μεταπολεμικα χρονια. Ο καθε κατοικος προσεφερε τρια μεροκαματα το χρονο και παντα αναλογα με τις τρεχουσες αναγκες του χωριου. Με το θεσμο της προσωπικης εγιναν πολλα εργα, κυριως επι τουρκοκρατιας, οπως πλακοστρωση δρομων, ανεγερση σχολικων κτιριων και εκκλησιων, καθαριοτητα πριν απο τις μεγαλες γιορτες (ασπρισμα και σκουπισμα εκκλησιων και δρομων) κ.α. Στην Καλλιοπη σταματησε η προσωπικη γυρω στο 1952.
προσφωλο, το το ψευτικο αυγο που αφηνουν μονιμα στην φωλια, για να γεννα η κοτα παντα στην ιδια θεση.
χατζιδενα επιθετογυναικας που επισκευτηκε και προσκυνησε τους Αγιους Τοπους. Επισης ονομαζεται και η συζηγος του χατζη.
Χατζης, ο επιθετο ανδρα που επισκευτηκε και προσκυνησε τους Αγιους Τοπους.
προσκυνητρια, η επιθετο γυναικας που επισκευτηκε και προσκυνησε τους Αγιους Τοπους. Σε επιτυμβια πλακα στα Καμινια αναγραφετα- "Ενθαδε κειται η δουλη του Θεου Δεσυνα Παναγιωτου Προσκυνητρια"
προσαναβω αναβω φωτια με την βοηθεια μικρων και ευλεκτων ξυλων.
προσαψιδ' η προυσαψιδ', το το προσαναμμα η το κλαρακι που μπορει να χρησιμεψει για προσαναμα.
προμερωθε προ ημερων, απο πολλες μερες πριν. Λενε "Προμερωθε 'τοιμαζαν το σπιτ' για τ' γιουρτη".
προμαζωμα η προυμαζωμα, το το περιμαζωμα, ειναι υβριστικη λεξη. Λενε Φυγ' ρε προυμαζουμα!'
προικες, οι η προικα. Λενε "Για να διουμ' κι τσι προικες!'
προβατσ'λια, η το κοπρανο του προβατου
πουπετα πουθενα, τιποτα
πουντιαζω κρυολογω
πουντα, η το κρυολογημα
πουμα, το το λιθινο πωμα (καπακι) της γουβας η για το κλεισιμο του στομιου του φουρνου.
πολυχρονω ευχομαι να ειναι καποιος πολυχρονος. Λενε την ευχη ο Θιος να σι πουλιχρονει!"
πουλουκι, το το νεωτερο σιδερενιο αλετρι το οποιο ριχνει το χωμα μονοπατα, ενω το υνι το εριχνε και απο τις δυο μεριες. το πουλουκι εχει ξυλινα μερη μονο το ζυγο και το μπολι.
πουλαδα, η η νεαη κοτα
πυλ', το το γραμματοσημο
πουζ'ναρα, η η τσεπη, Οταν οι παλαιοι φορουσαν τις φαρδιες υφασματενιες ζωνες και τις βρακες δεν ειχαν τσεπες και χησιμοποιουσαν το εσωτερικο της ζωνης σαν χωρο αποθηκευσης στην καθημερινη ζωη. Λενε "εβαλεν το κουλατσοτ' μεσ' τ'ν πουζναρατ'"
πορπατω η πουρπατω περπατω. Σε τραγουδι "κατεβ'κεν η περδικα, πως περπατει λεβεντ'κα!"
πορεψ', η το απαραιτητο, το καθημερινο, η συντηρηση, το βιος, οτι χρειαζεται για να πορευτεις. Λενε "ο Θεος να σ' διν' πορεψ!'" απο το ρημα πορευω = συντηρω. Στην φραση "με πορευει= με φθανει, μου ειναι αρκετο.
πορδιλος, ο το ουζο της τελευταιας καζανιας το οποιο ειναι κακης ποιοτητας, γιατι μυριζει καζανιλα και ειναι πολυ αραιο (17-18 γραδα). η αλλοιως -πουρδουρακ. ο ανθρωπος που του φευγουν οι πορδιες.
πομενω, πουμενω απομενω,
πολυνω, πουλυνω πληθαινω, μεγαλωνω. Λενε "πουλυναν τα μαλλιασ".
ποδολασια, η κροτος βηματων
ποδολα, η η ατημασια, το ιχνος του ποδιου, ανθρωπου η ζωου
ποδια, η υφασμα κεντημενο με σταυρους, λουλουδια και μικρα ρητα π.χ. "IC XC NICA", το οποιο κρεμουν στο τεμπλο κατω ακριβως απο τις εικονες συνηθως στα εξωκλησια. η ποδια της νοικοκυρας για να μην λερωνει το φουστανι της οταν ασχολειται με τις δουλειες του σπιτιου.
ποδαρια, η η υπωρεια υψωματος, λοφου, βουνου. στα χωραφια λενε την προεκταση του κτηματος οπως και το ποδι.
πουδαρ', το το μεριδιο του ζωου. Λενε "ενα πουδαρ" δηλαδη ενα τεταρτο του ζωου, η "δυο πουδαρια" το μισο του ζωου.
π'νομιαζω φωναζω καποιον με το παρατσουκλι του.
π'νομ', το το παρωνυμιο, το παρατσουκλι.
πνιγω εκτοπιζω, καταστρεφω, ρπιβαλλομαι. Λενε " οι βρωμουσες επνιξαν την αργασα".
πνιγουρ', το σκευασμα απο σιταρι τριμενο και βρασμενο με καβουρμα
π'νακωτος, ο ο ομοιος με το π'νακ'.
π'νακ', το το πινακι, μετρο σιτηρων, ξυλινος καδος διαμετρου 70 εκ. και βαθος 50 εκ. Ενα π'νακ' σιτου, βικου η αφκου ανιστοιχει σε 15 κιλα (12 οκαδες), ενω ενα π'νακ' βρωμης η κριθης αντιστοιχει με 9 κιλα.
π'λουδ', το το κοτοπουλακι
π,λορ'γος, ο τοπος απ' οπου εξορυσεται πηλος για τα αγγεια η για τη στεγανοποιησητων σκεπων. Απο την αχαθα λεξη πηλοριγος.
πλιτσα, η η αδεια γαμου
πλιθ' οι οι πλινθοι, οι τσιμεντολιθοι.
πλημμ', η η πλημμυριδα, οταν τα νερα της θαλασσας ερχονται εξω.
πλευρικιαζω τρωω πολυ χωρις τελειωμο.
πλεκω, πλεχω, κολυμπω
πλατουραδ'κο, το το αρνι με πλατια ουρα. επειδη πολλα τετοια αρνια προερχονται απο την Λεσβο, συχνα σημαινει και το μυτιληνιο αρνι.
πλατιοι σαλιακοι, οι ποικιλια βρωσιμων σαλιγκατιων της στεριας, τα οποια βγαινουν συνηθως στ' αμπελια. ειναι πλατυτεροι και για να βγαλουν το γαϊ απο μεσα, κοβουν το καβουκι τους με το μαχαιρι, πριν τους βρασουν. Τρωγονται μαγειρευτοι με σαλτσα η φλομαρια.
π'λαρ', το το πουλαρι.
πλακοπ'τιαζω η πλακουπ'τιζω φτιαχνω πλακοπ'τες
πλακοπ'τα, η ειδος πιτας χωρις προζυμι η οποια δεν φουσκωνει και ψηνεται στο πλακι.
πλακι, το η πετρινη πλακα στην οποια ψηνουν τις μαρμαριτες και τις πλακοπ'τες
π'λαδελα, η η πουλαδα, η μικρη κοτα πριν γεννησει.
π'λαδα, η η πουλαδα, η μικρη κοτα πριν γεννησει.
πλαγ', το η πλαγια.
πετ'χα πετυχα
πιτ'χαινω πετυχαινω.
πιτνος, ο ο πετεινος
πιτ'ναρ', το το πετειναρι.
πιταυριζουμι τεντωνομαι νυσταγμενα.
πιστολα προτωγονο "πιστολι" χωρις σκανδαλη, το οποιο εφτιαχναν για να βροντουν στην Ανασταση,. Η πιστολα αποτελειτο απο μια σιδερενια κανη με σιδερενια η ξυλινη λαβη. τη γεμιζαν με μπαρουτι και τη στουπωναν με πανια με τη βοηθεια της γεμιστηρας. στο πισω μερος της κανης υπηρχε η φαλια στην οποια εμπαινε το καπσουλι. επρεπε ομως οταν την γεμιζαν με μπαρουτι αυτο να γεμιζει και την φαλια. χτυπουσαν το καψουλι σε πετρες η βραχους, με αποτελεσμα να εκπιρσοκροτουσε η μπαρουτι κανοντας μεγαλο θορυβο. Γινοταν πολλα ατυχηματα γιατι το στουμπαρισμα γινοταν πολυ βαρυ με αποτελεσμα να σπασει η κανη και να τραυματισει το χερι του χειριστει. Οι πιστολες απαγορευτηκαν το 1967 απο τη δικτατορια και εκτοτε το εθιμο ατονησε και σταματησε.
πισπιλδιζω σκιρτω, λαχταρω.
πισκιρ' το η πετσετα.
πιριχυνω περιχυνω, λουζω.
πιοτι, το το πιοτο.
π'νακουτη, η πινακωτη, το ξυλινο σκευος, στο οποιο αφηνουν το ζυμωμενο ψωμι να φουσκωσει.
πινα, η μεγαλο βρωσιμο οστρακοδερμο.
'πιλογουμι απολογουμαι, απαντω.
πικραγγουρο, το το ξυλαγγουρο, το αγγουρι.
πιει, το το πιοτο Σε τραγουδι "απα στο φα' κι απα' στο πιει".
πιδεχουμι προσεχω κατι, ανεχομαι
πιδεξευουμι τελειοποιουμαι, γινομαι πιο επιδεξιος, επιτηδευομαι.
πιδαυλιζω σβηνω τη φωτια.
πιανω τ' ζυμ' δουλεθω το προζθμι. πριν ζυμωσουν "πιανουν" τη ζυμη με αλευρι δυο φορες.
π'θαρ', το το πιθαρι
πηχτη, η σκευασμα απο βρασμενο χοιρινο κρεας (κυριως απο το κεφαλι και τα ποδια του σφαχτου) με αλατι, λεμονι, σκορδο και μυρωδικα (π.χ. φυλλα δαφνης) το οποιο τοχουν αφησει να πηξει μεσα σε λιπος. το φτιαχνουν μετα το χοιροσφαξιμο ( Δεκεμβριου) και διατηρειται στο λιπος ολο το χειμωνα. Η λεξη συνηθιζεται στν ανατολικη Λημνο, ενω στη δυτικη ονομαζεται πατσας (ο).
πηρουνα, η η λεπτη σιδερενια πηρουνα για το λιχνισμα του καρπου σε αντιθεση με το χοντρο ξυλινο λιχνιστηρ'.
πηρετω υπηρετω, βοηθω, ακολουθω.
πηκα ειπα. Σε τραγουδι- "εδω μας πηκαν κι ηρταμε σι τουτα τα παλατια".
πηγαδοχ'λα, τα τα πετρινα χειλη του πηγαδιου.
πηγαδα, η το μεγαλο πηγαδι
πηγαδος, ο το μεγαλο πηγαδι.
Πεφτ', η η Πεμπτη
πετσωνω κσλυπτω με ξύλα ομοιόμορφα μία επιφάνεια. Πετσωνω την σκεπα με σανιδες αντι για καλαμια. Επισης καλυπτω μια επιφανεια με πετσι (δερμα).
κατωπετσι, το η κατω επιφανεια του ψωμιου.
πανωπετσι, το το πανω μερος του ψωμιου.
πετσι, το το ξερο περιβλημα του καρβελιου, η κορα.
πετρωνω στερεωνω κατι με πετρα. π.χ. πετρωνουν τα κρεμιδια για να μην τα παρασυρει ο αγερας.
πετροσαν'δο, το η ξυλινη σανιδα πανω στην οποια φορτωναν στα ζωα και κουβαλουσαν τις πετρες απο τα λατομεια (νταμαρια).
πετροκολοκυθο, το ειδος κολοκυθιου.
πετρας. ο ο λιθοξοος, παραδοσιακος τοπικος τεχνιτης, λατομος και πετροχτιστης
πετραδ'νος, ο ο πετρωδης, περιοχη στην λιμνη.
πετραδερος, ο ο πετρωδης
πετραδ' το πρωτοχρονιατικο τυχερο παιχνιδι. τοποθετουν κερματα το ενα πανω στο αλλο, ολα με την ιδια οψη και σημαδευουν με ενα πτραδακι, το "πεττρδ' ". Οσα καταφερνουν να τα αναποδογυρισουν, τα κερδιζουν.
πετ'νος, ο η πετ'ναρ', το ο πετεινος
πεσωνω η πισωνω μεταφερω λογια (προφταινω). Λε "στα πισωσαν κι'ολας?" δηλαδη προφτασαν και στα ειπαν?. Στο τραγουδι "κεραστε με ενα κρασι τραγουδι ν' αρχινησω να το πισωσω ομορφα να σας ευκαριστησω".
πεσωνουι η πισωνουμι φθανω. στον αοριστο- πισωθ'κα= εφτασα.
περτσλος η πιρτσλος ο πιτσιλωτος
περτσλιαρ'ς, ο ο σημαδεμενος
πιτσιλω ραντιζω
περσ' περυσι κα προπερσ'
περδικι, το η περδικα
περγιορας, ο το περιορι, ο περιβολος του σπιτιου.
σαδουνα εδω κοντα
περα πα περα μακρυα (περα + πανω)
περα δικν'να εκει περα σε συγκεκριμενο σημειο.
συξυλος, ο ο ξαφνιασμενος, ο σαστισμενος. (συν+ξυλο).
πεξ'λωμενος, ο ο ξαφνιασμενος, ο σαστισμενος.
πενταφεντε μεγαλε αφεντη, πεντε φορες αφεντη. Στο τραγουδι των φωτων- "αφεντη μου, πενταφεντε , πεντε φορες αφεντη".
πενταρουδιας, ο ο φιλοχρηματος,(απο το πενταρα+-ουδιας).
πενταπλουμισμενη, η η πολυ ομορφη και στολισμενη κοπελα. Σε τραγουδι- "μας πηρατε την περδικα την πενταπλουμισμενη".
πελεκ'τος, ο ο λαξεμενος, ο πελεκημενοςβραχος, πετρα κ.λ.π
πελεκανος, ο ο λιθογλυπτης, ο καλλιτεχνης λιθοξοος, που εκτος απο πετρας ηξερε να χτενιζει την πετρα. Απο το αρχαιο πελεκω+-ανος. Οι πελεκανοι σκαλιζαν καμπαναρια, τεμπλα, ηρωα,υπερθυρα σπιτιων και σχολειων, κτητορικες επιγραφες ναων, κιονοκρανα, κρηνες, πηγαδια, γεφυρια και διαφορα διακοσμητικα μοτιβα σε προσοψεις,μπαλκονια, μνηματα κ'.α. Πολλοι ειχαν μαθει την τεχνη στο Αϊβαλι.
πεκουραζοθμι ξεκουραζομαι. Λενε - "κατσε να πεκουραστουμι κι κουματ' ".
πεκοβω αποκοβω, απογαλακτιζω. Λενε "πεκοψαμ' " δηλ. αποκοψαμε τ'αρνια μας απο τις μητερες τους και επομενως εχουμε γαλα για πηξιμο.
πεκλαψαν το λενε για τ' αρνια που τα απογαλακτισαν πριν 2 η 3 ημερες λησμονησαν τις μητερες τους (απο+κλαψαν)
πεζουλα, η το ξεροτροχαλο πετρινο υποστηριγμα, το οποιο στηριζει τα χωματα στα ανισοπεδα κτηματα, σχηματιζοντας κλιμακες.
πεζεβενης, ο ο μαστρωπος. Σε τραγουδι - "μπροστα με λενε κιρατα κι πισου πιζιβενη"
ποδευτου η πεδευτου απο κει. Λενε- "Φυγε ποδευτου" =φυγε απο εκει.
πατωση, η το πατωμα
πατ'τηρ', το το ξυλινο φορητο πατητηρι για σταφυλια συνηθως.
πατοζα, η η αλωνιστικη μηχανη
πατνιτσα, η η πηλινη κατσαρολα στην οποια πηζουν το γαλα, αλλα και μαγειρευουν.
πατ'μα, το τοπικος χορος της λημνου σε ρυθμο χασαποσερβικου, αλλα με πατημα και των δυο ποδιων σε καθε τριτο βημα.
πατατουκα, η το παλτο, το χοντρο πανωφορι του κεχαγια, που το φτιαχνε απο αρνισιο η κατσικισιο δερμα με το τριχωμα απο μεσα.
παστρευω καθαριζω
παστρα, η καθαριοτητα
παροξυνω εκνευριζω, θυμωνω καποιον.
παρταλια, τα τα εντοσθια του σφαχτου, ο πατσας
παρ'λω παρακινω τα ζωα με δυνατες φωνες, να μπουν στην μαντρα.
παρεα, η Η παρεα Η φιλικη η συγγενικη ομαδα που μαζευεται για να γλεντισουν στις διαφορες γιορτες, συγγεντρωσεις η πανηγυρια. Σημερα θα αναφερθουμαι σε ένα εθιμο το οποιο γινοταν το βραδυ παραμονη Πρωτοχρονιας. Στο κάθε σπιτι αυτές τις μερες οι νοικοκυρες με τα λιγα διαθεσιμα οικονομικα μεσα εκαναν τα γλυκα τους και τους μεζεδες για να στολισουν το πρωτοχρονιατικο τραπεζι. Φυσικα όπως παντοτε υπηρχε και ο συναγωνισμος και η υπερηφανεια το τραπεζι να εχει τα παντα. Οι αντρες σαν τροπο διασκεδασης εκαναν την «παρεα» από γνωστους, συγγενεις και φιλους και επισκεπτοταν τα σπιτια της παρεας και διασκεδαζαν πινοντας και τραγουδοντας ενώ γευοταν και τα ωραια αιδεσματα της νοικοκυρας. Μια χρονια λοιπον η μανα μας ειχε στρωσει το πρωτοχρονιατικο τραπεζι στο μεγαλο δωματιο του σπιτιου το οποιο τυχαινε να είναι και το υπνοδωματιο ολων των παιδιων. Λοιπον μην εχοντας μερος να στρωσουμαι τα στρωματα για να κοιμηθουμαι επρεπε να βλεπουμαι από μακρυα τα ωραια πανω στο πρωτοχρονιατιο τραπεζι και να τρεχουν τα σαλια μας. Δεν μπορουσαμε όμως να βαλουμε χερι γιατι ηταν διαταγη από την μανα ότι πρωτα θα επρεπε να ερθη η παρεα και αν εμενε τιποτε τοτε ειχαμε κι εμεις σειρα. Η παρεα όμως αργουσε να περασει από το σπιτι μας και εμεις ειχαμε ξελιγωθει στην πεινα. Στο περιμενε κλεινανε και τα ματια καμια φορα, αλλα οι ωραιες μυρουδιες που ερχοταν από το τραπεζι μας ξυπνουσαν. Ηταν περασμενα μεσανυχτα όταν ακουστηκε οχλαγωγια από το στενο η οποια πλησιαζε προς το σπιτι μας. Αποδειχτηκε ότι ηταν η παρεα του πατερα η οποια ηταν τυφλα στο μεθυση αφου επιναν από την ωρα που βασιλεψε ο ηλιος. Το τι εγινε στο σπιτι με ολους αυτους τους μεθυσμενους δεν περιγραφετε. Αφου καθησαν καμποση ωρα και τους περιποιηθηκε η μανα μας εφυγαν για να συνεχισουν την επισκεψη και στο επομενο σπιτι εάν φυσικα εβρισκαν τον δρομο αλλα αυτό δεν μας ενοιαζε γιατι εμεις ειχαμε πλεον το τραπεζι δικο μας. Και του Χρονου Καλη χρονια. Ηλιας
παρ'γουρω παρηγορω
παρ'γορια, η η παρηγορια
παραφεντης, ο το αφεντικο
παραφτερωση, η το γεισο (προεκταση) της στεγης το οποιο σχηματιζεται συνηθως απο προεξεχουσες πλακες της σκεπης η και απο σανιδες οπως το παλιο σπιτι του Ρωμανιωτ' στον περα μαχαλα
παραϋστρα αργοτερα
παρατωνω κλειδωνω, συρταρωνω.
παρατωνουμι κλειδωνομαι, μαζευομαι στο σπιτι. Λενε - "Χτες παρατουθηκαμε νουρις-νουρις".
παρατ', το ο συρτης που κληδωνει την πορτα κ.α.
παραστολ', το η παρανυμφος, το παρανυφακι.
παραστεκουμι συμπαρισταμαι. Απο το παρεστηκα , παρακ. του παρισταμαι.
παρασπορ', το το επιπλεον προϊον το οποιο αναγκαζονταν να δωσουν οι κεχαγιαδες στο αφεντικο, περαν του συμφωνημενου, καθε δεκαπενταυγουστο. Τυπικα δεν ηταν υποσρεομενοι, αλλα το προσφεραν εθιμικα για να εξευμενισουν το αφεντικο και να ξαναμπαριστησ'νε.
παρασκολ', η η επομενη μερα της αργιας (σχολη).
Παρασκιβη, η η Παρασκευη
παραπορτ', το η μικρη παραπλευρη πορτα, το πορτακι.
παροξ'σμος, ο η ζεστη, ο πυρετος. Ο Γ. Μεγας αναφερει- "τ' Αη Γιαννιου του Παροξσμου" αναφερομενος στον Αη Γιαννη που γιορταζεται στις 29 Αυγουστου.
παραμινα, η ειδος λοστου για το ανοιγμα πηγαδιων, σκαψιμο βραχων κτλ.
παρακανω εργαζομαι περισσοτεροαπο το κανονικο. Παλιοτερα που δεν υπηρχε ηλεκτρικο, τα χειμωνιατικα βραδια οι γυναικες μαζευονταν σε παρεες και "παρακαναν" δηλ. κεντουσαν, εραβαν κτλ.
παρακαμνιο, το το παρακαθ'
παρακαθ', το η επιπλεον εργασια το βραδυ, το νυχτερι, το παρακαμνιο.
παραγεμιστηρα, η το μικρο σιδερενιο ραβδακι με το οποιο γεμιζαν με πανια τις πιστολες της Λαμπρης
παραγανευω παραμονευω, παραφυλαω.
παραβουτ' το το μισο βαρελι, στο οποιο πατουν τα σταφυλια.
παραβγαζω, κατευοδωνω, συνοδευω τον καλεσμενο μεχρι την εξωπορτα, οταν φευγει.
παραβαρω γινομαι βαρος, εμποδιο σε καποιον. Ρωτουν - "Μη σας παραβαρω?" δηλ. μηπως σας γινομαι βαρος?
παππουζιμ', ο ο παππους μου
παπαλινα, η ο γονος της σαρδελας, οταν φτασει σε μηκος 5-7 εκ., τοτε μπορει να αλιευτει.
παπαδιζω, παω για παπας
πανωπετσ', το η επανω σκληρη επιφανεια (κορα) του ψωμιου.
παντιερα, η η σημαια. Λενε- "Εβαλι παντιερα ου μ'λωνας" δηλ. μαζεψε ολα τα πανια του μυλου, εκτος απο ενα που αφησε ν'ανεμιζει. Αυτο ειναι σημαδι, οτι ο μυλος ειναι ελευθερος, οτι δεν εχει αλλα τσουβαλια για αλεσμα
παντεχου προσδοκω, ελπιζω, περιμενω. Λενε - "'να σουρο δ'λειες με παντεχ'νε". "Βιασου, σενα θα παντεχ'νε?"
πανουγομαρου, το στην κορυφη του γομαριου. Σε τραγουδι - "Να βαλου πανουγομαρου του μυλου το λιθαρι".
πανισμα. το το καθαρισμα του φουρνου απο τις σταχτες.
πανιζω καθαριζω το φουρνο απο τις σταχτες με ενα πανι/πανια δεμενα στην ακρη ενος κονταριου.
πανα, η ενα ματσο πανια δεμενα στην ακρη ενος κονταριου το οποιο χρησιμοποιειται για να μαζεψουν την σταχτη στον ξυλοφουρνο πριν φουρνησουν τα ψωμια.
κλουπανες, οι η πρασινη κρουστα που σχηματιζεται στα στασιμα νερα.
πανες, οι η πρασινη κρουστα που σχηματιζεται στα στασιμα νερα.
πανερ' το χαμηλο καλαθι με μεγαλο πατο φτιαγμενο απο ψιλες βεργιες λιγαριας για τα ψωμια. Επισης λεγετε και ο συγγενης του γαμπρου η της νυφης, που κουβαλα τα δωρα του αρραβωνα μεσα σε ενα πανερι. Συνηθως υπαρχουν τρεια πανερια - ενα για τη νυφη με ρουχα, παπουτσια και αρωματα, ενα για τους συμπεθερους με ρουχα και ενα για το σπιτι με γλυκα.
πανεδιω εδω πανω
παναγυρ' το το πανηγυρι. Σε τραγουδι- "Μονε θελου τον Αργυρ', να με πα' δτο παναγυρ'".
παναγιατ'κο, το το καινουργιο ρουχο το οποιο ραβουν η αγοραζουν ειδικα για τη γιορτη της Παναγιας.
παλουκωνω καρφωνω στο χωμα ενα παλουκι. Επισης δενω το ζωο σ' ενα παλουκι καρφωμενο στο χωμα. Λενε - "παλουκωσες το γαδαρου?"
παλιουρας, ο και παλιουρα το γερικο ζωο, η γερικη προβατινα
παλε παλι
πα πανω. Λενε- "Πα στο μυλο"
παλαμαρια, η η ξυλινη χειρολαβη που εφαρμοζει στα δαχτυλα του θεριστη με ενα καθετο μυτερο ξυλο στην ακρη, που χρησιμοποιει ο θεριστης, για να μαζευει/αγκαλιαζει περισσοτερα θερισμα.
παιζ' ου καιρος ο καιρος ειναι ασταθης, δηλ. ποτε εχει ηλιο, ποτε συνεφιαζει, ποτε βρεχει.
παιδιογον, το το παιδομανι.
παζαροψωμο, το το αγοραστο ψωμι, εν αντιθεση με το στιτισιο ψωμι
Παμ' σαγκατ πανω. Λενε -"Πα στο μυλο"
οψ'μα οψιμα, πολυ αργα. Λενε -"τα βαλαμ' οψ'μα κι δε γινηκαν".
οχιντρα, η η οχια
ουρυακος, ο το μεγαλο ρυακι.
ουλου συνεχως, ολο.
ουλια, η το κατακαθι του καφε, αλλα και η οινολασπη που μαζευεται στον πυθμενα της γουβας κατα την οινοπαραγωγη.
οσοπ' να μεχρι να, ωσπου
ορνος, και ορνιος, ο το αγριοσυκο, το συκο του αρσενικου συκοδενδρου. Οι ορνοι ειναι απαρετητοι για την γονιμοποιησηκαι την ωριμανση των συκων.
ορνιθοψειρα, η η ψειρα που κολλαει ο ανθρωπος απο τις ορνιθες, η τις κοτες.
ορνιθοκουμασο, το το κοτετσι για τις ορνιθες.
ορνιθοκολος, ο το σπυρι, η καντηλα που βγαινει στο εσωτερικο μερος του χεριου. Πιστευουν οτι τον τον βγαζει οποιος βαλει το χερι του εκει που τρωνε οι κοτες. Αω ο ορνιθοκολος εινα αρσενικος, τοτε δεν βγαινει δευτερος, ενω αν ειναι θηλυκος, τοτε βγαινουν πολλοι. φευγουν μονο με βοτανα και αγητειες οπως- α) αν φας ψωμι με καρδαμο. β) αν πλυθεις με το νερο που πινει η φοραδα. γ) αν τριψεις τα χερια με χωμα απο σταυροδρομι. δ) αν πεις- "Κατ' ειχα κι το 'χασα" την ωρα που ο παπας ψελνει- "Τας θυρας, τας θυρας" ε) αν οταν εχει χασοφεγγαρια βαλεις ενα σιδερενιο κουταλι στην πλατη και κοιταξεις τον ουρανο, ενω παραλληλα καποιοςθα λεει την αγητεια - "Βρε καλως το νιο φιγγαρ'! Απο που 'ρθες παλικαρρ'? Τι μας φερνεις? Μυδια, στρειδια και ξεριζωτ' αχνοι"
ορνιθιτ'κος, ο ο σχετιζομενος με την ορνιθα.
ορνιθα, η η μικροκαμωμενη κοτα.
ορθιο το φεγγαρ' η ωρα της νυχτας που το φεγγαρι ειναι ακομα ξηλα στον ουρανο.
οξου εξω
οξ' απο λογου μας μακρια απο μας.
ολοφεγκο, το η πανσεληνος
ολονυχτια, η η ολονυχτια στο ναο την παραμονη μεγαλης γιορτης.
ολομαυρος, ο ο δυστυχος
ολογαλο, το το βυζανιαρικο αρνι, του γαλακτος.
ογρος, ο ο βρεγμενος, ο υγρος, ο μουσκεμενος
ξωτικες, οι οι καλλικαντζαροι.
ξωτικια η ξωτικο η νεραϊδα, το εξωτικο, το στ'χειο.
ξωπανες, οι δυο πανια, ενα τριγωνικο και ενα μακροστενο, με τα οποια παλιοτερα φασκιωναν τα βρεφη.
ξωμεριτισσα, η η ξενομεριτισσα, η ξενοφερτη
ξυστρι, το εργαλειο με το οποιο αποξεουν τα υπολειμματα της ζυμης απο την σκαφη του ζυμωματος
ξυσα, η η φαγουρα
ξ'παζουμι ξαφνιαζομαι,τρομαζω.
ξ'λοχτενο, το απαραιτητο για την υφανση εξαρτημα του αργαλειου.
ξυλοχτενο, το απαραιτητο για την υφανση εξαρτημα του αργαλειου.
ξ'λαγγουρο, το ποικιλια αγουρωπου μικροσκπικου πεπονιου.
ξυλαγγουρο, το ποικιλια αγουρωπου μικροσκοπικου πεπονιου.
ξυλα, τα η καυσιμη υλη γενικα, δηλ. θαμνοι, χορταρια, φρυγανα κ.α.
ξυγγλα, η σιδερενια λαμα με την οποια τεντωνουν το πανι στην υφανση για να μην στενευει.
κ'σουρ', το το κουσουρι, το ελλατωμα
ξουρ', το το κουσουρι, το ελλατωμα
ξουμπλωτος, ο ο σχεδιασμενος, πχ το ξουμπλωτο πιατο.
ξογανο, το το ξοανο, ο ασχημος ανθρωπος. Λενε - "Σα ξογανο γιν'κες
ξ'νος, ο ο ξινος
ξ'λοκοπος, ο η στενη τσαπα η το μικρο τσεκουρι για το κοψιμο λιανων ξυλων οπως θυμαρια, πουρναρια κ.α. απο το ξυλοκοπω.
ξ'λουγαδουρα, η το ξυλινο φορειο για το κουβαλημα διαφορων υλικων, οπως αμμου, πετρας, ξυλων κτλ.
ξ'λενιος, ο ο ξυλινος
ξιφτω λαμπω, αστραφτω απο καθαριοτητα. Λενε στο φρεσκοπλυμενο παιδι- "ξιφτ'ς σημερα".
ξισασου ετοιμασου. "αντε ξισασου να παμε στου γαμου".
ξιρτουλογια, τα τα εξαρτηματα, τα απαραιτητα σε καποια τεχνη η χωρο. Σε πρικοσυμφωνο του 1840- "Δινουμ' κι το σπιτ' οπου ειναι κουντα στ'Μπελαρινας μ' οθλα τα ξιρτουλογια"
ξιπιτσωνου ξεφλουδιζω
ξεκουμπιδια βρισια με την οποια διωχνουν τα ανεπιθυματα ζωα, αλλα συχνα και τα παιδια.
ξικλουσω σταματω το κλωσημα. εμποδιζω την κοτα να κλωσησει. Λενε - "Θα ξικλουσησου τ'ν ορνηθα".
ξικικος, ο ο λειψος, ο λιποβαρος
ξικης, ο ο απατεωνας, αυτος που πουλαει ξικικα.
ξιγκ'λιαζω ξεκοιλιαζω το σφαγμενο ζωο, του βγαζω τα εντοσθια.
ξηροχρονια, η η ανυδρη χρονια, με λιγες βροχες.
ξηρονομη, η το ξερο χορταρι που απομενει στα χωραφια (χερσα η θερισμενα) για να βοσκησουν τα ζωα.
ξεχωρα χωριστα, χωρια.
ξεφραγος, ο ο αφρακτος, χωρις φραχτη, ελευθερος.
ξεφεγνω ξεφευγω.
ξεφαντωσυνη, η το γλεντι, το ξεφαντωμα.
ξεφαινουμι, φανερωνομαι, ξεναφαν'κεν= εμφανιστηκε.
ξετραφιζω περιποιουμαι το χωραφι. Συνηθως στον τραφο υπηρχαν αγριαδες και απλωνοταν και μεσα στο χωραφι, γι αυτο χρειαζοταν να καθαριστει απο τις αγριαδες, να ξετραφιστει.
ξεσυρουμι διωχνουμαι, κυνηγιεμαι, απομακρυνομαι βιαια, απο τον τοπο της διαμονης μου. Λενε "το εικοσιδυο ξεσυρθηκεν ου κοσμους"
ξεστ'χιζω απολυομαι. Συνηθως για τους τσοπανηδες. Λενε "ου τσοπαν'ς ξεστοιχ'σεν" εφυγε απο την δουλεια.
ξεσταχυαζω βγαζω σταχυ. Λενε- "ξεσταχυασαν οι καρποι"
ξεσασμα, το η περιποιηση των ζωων (ταϊσμα, ποτισμα κτλ Λενε- "τα ζα θελουν ξεσασμα"
ξερωγιζω διαλεγω τις ρωγες απο το τσαμπι.
ξεροφαϊ, το το στεγνο φαγητο, π.χ, το ψωμοτηρι.
ξεροτροχαλος, ο η ξερολιθια, η τροχαλια.
ξεροβοριαδελ', το το σιγανο βοριαδακι.
ξερα, η η αμπωτις, τραβυχτηκανε τα νερα της θαλασσας μεσα και φανηκε η ξερα.
ξερατο, το ο εμμετος
ξεπαρατωνω ξεκλειδωνω
ξεπαρατωνουμι ξεκλειδωνουμαι, βγαζω το παρατ' και ανοιγω την πορτα.
ξεπαλουκωνω ξεκαρφωνω απο το χωμα το παλουκι, οπου εχω δεσει το ζωο. Λενε "ξεπαλουκωθ'κεν ου γαδαρους".
ξεν'χτω η ξεν'χτιζω διανυκτερευω, ξενυχτω.
ξεμπελωνιαζω η ξεβελωνιαζω βγαζω την κλωστη απο την βελονα.
ξεμαυλιζω ξελογιαζω,
ξελακκιζω χαλαω την ηρεμια των προβατων που βοσκουν, με αποτελεσμα να φευγουν απο την θεση τους και να σκορπιζουν ανησυχα. "Ξελακκ'σες τ'ς ορνιθες" χαλασες την ηρεμια τους και οι κοτες τρεχουν εδω κι εκει σαν παλαβες.
ξελακκωνω ανοιγω λακκο γυρο απο κατι. "ξελακκωσε τον πασσαλο" = ανοιξε λακκο γυρω απο τον πασσαλο για να μπορεσεις να τον βγαλεις.
ξελακκιζω ανοιγω λακκο γυρω απο τη ριζα. Λενε- "ξελακκιζουμ τ'αμπελ'". Το ουσιαστικο "το ξελακκισμα".
ξεκλωναρο, το το μακρυ ακαρπο κλωναρι του αμπελιου, στ οποιο φυτρωνουν τσαμπουδια.
ξεκατουριεμι ειμαι ετοιμος να κατουρηθω, δεν κρατιεμαι.
ξετατ'νιαζουμι με πονα η πλατη μου απο την υπερβολικη κουραση. Λενε "ξεκατνιαστ'κα!".
ξεγλιστρα, η το γλιστρημα, η γλιστρα.
ξεγδαρμα, το το γδαρσιμο, η εκδορα
ξαστερι, το η ξαστερια. Σε τραγουδι- "Ο ουρανος καθαρισε και γινηκα ξαστερι".
ξαρτ, το η ξαρτ,μα το εξαρτημα στην ακρη του μπουρουνιου, στο οποιο δενονταν οι αντενες του ανεμομυλου.
ξαρμυριζω βγαζω την αρμυρα, π.χ. απο το τυρι
ξαπουδος, ο ο σατανας, ο εξω απο δω.
ξαπολτος, ο ο ελευθερος, χωρις δεσμα. Κυριως για τα ζωα.
ξαινω ξυνω με δυναμη, γδερνω. Λενε- "Μας εξανε'ν ου αγερας" = μας μαδησε/εγδαρε ο αγερας.
ξαδιαντρουπος, ο ο ανθρωπος χωρις ντροπη
ξαδειαζω ξεμπερδευω, ευκαιρω,ελευθερωνομαι απο τις δουλειες.
ξαγουρασμος, ο η εξαγορα. Σε τραγουδι "κι αν εναι για ξαγουριασμο, να τουνι ξαγουρασω"
ξαγουραζω εξαγωραζω
ν'φουστολ', το το στολισμα της νυφης πριν το γαμο.
ν'φουπαζαρου, το το νυφοπαζαρο. Ο απογευματινος η βραδινος περιπατος, στον οποιο συναντιουνται οι νεοι που γαμπριζ'νε με τις κοπελες. Η αλλοιως το λενε και "βολτα".
νυχτερ', το η βραδινη μαζωξη των γυναικων τον χειμωνα, για να παρακανουν.
νυφκατος χορος, ο χορος του γαμου αφιερωμενος στη νυφη.
νυφ'κατο τεαγουδι, το τραγουδι του γαμου
νυπνοφας, ο ο υπναρας
ντουσντιζω προθυμοποιουμαι, κανω κατι με ορεξη. Λενε "Ντουσντ'σα στο χορο!" = Χορεψα με την καρδια μου.
ντουζενια, τα τα ξιρτολογια, τα απαραιτητα εξαρτηματα του αργαλειου η γενικα καποιας τεχνης. Σε προικοσυμφωνο του 1840- "Δινουμ' το λακκου μ' ουλα τα ντουζενια"
ντουγραντιζω, κομματιαζω την τροφη (κρεας και ψωμι κ.α.)
ντολμας, ο ο πολυ παχυς
ντιπ (επιρημα) καθολου, εντελως
ντεμιρι, το το σιδερενιο εξαρτημα του αλετριου που σκαβειστιζει το χωμα.
ντεβουμι βολευομαι, διαμενω. Λενε "Ντεβομαστι στον Κορακα" = μενουμε στον Κορακα. "Μπορεις να ντεφτεις" = τα καταφερνεις να βολευτεις
νταχρι-νταχρι επιφωνημα. νανι-νανι. ταχταρισμα, νανουρισμα.
ντντελα και ντυμενος ιδιωματισμος. ειρωνικα ο μπατιρης, ο αφραγκος, ο φτωχος.
νταντανιαζω τρωω πολυ
νταλαβεριζουμι ασχολουμαι, εχω δοσοληψιες, εχω παρε-δωσε με καποιον η κατι.
νταλαβερ' το η δοσοληψια, η απασχοληση
νταγιαντω αντεχω, βαστω, ακουμπω. Σε διστιχο "Σαρανταπεντι μαχιριες μου δωσανι στο χερι, κι αλλες σαραντα νταγιαντω για να σι κανου τερι". Και "ελα νταγαντ'σε στο ντουβαρ' ".
ν'σουδ', το το νησακι, το ξερονησι
νουμπετ' το το φιλεμα, κερασμα στους μαστορους. η ποσοτητα απο σουσαμι στον σαμομυλο.
νουματ', οι τα ατομα, τα προσωπα. π.χ. δεκαπεντε νοματαιοι.
νοματιζω ονομαζω, φανερωνω
νοησα εζησα, προλαβα, θυμηθηκα κατι παλιο. Λενε "το νοησα" το εζησα, το θυμαμαι καλα.
νογω εννοω, καταλαβαινω, αντιλαμβανομαι
Νιμπριγιωτ'ς, ο ο Ιμβριωτης
νιαμερα, τα τα εννιαμερα απο τον θανατο.
νιαμα, το το πρωτο ζευγαρι, το πρωτο οργωμα
νιαζω ζευγαριζω το χωραφι για πρωτη φορα, για να μαλακωσει το σκληρο χωμα. Λενε "εχου να νιασω".
νεροφιδα, η το νεροφιδο
νεροφαϊδελα, η το μικρο ποταμακι, το ρυακι
νεροκολοκυθο, το το ποτιστικο πρασινο κολοκυθακι.
νεροκ'βαν'μα, το το κουβαλημα του νερου απο το πηγαδι η την βρυση.
νερ'λος, ο ο νερουλος. π.χ. το νερ'λο φαγι.
νεραγγουρο, το το ποτιστικο αγγουρι.
μυρμηγκια, η η μυρμηγκοφωλια.
μυλη, η η ακονοπετρα.
μ'τσουν', οι οι μασκαραδες της Αποκριας
μ'τζι, το ειδος μυζηθρας, την οποια φτιαχνουν στο τελος της κτηνοτροφικης περιοδου, οταν λιγοστευει το γαλα.
μ'τζακι, το η μυτη του τσαρουχιου.
μ'ταρ', το εξαρτημα του αργαλειου, στο οποιο μπαινει το νημα.
μ'σερος, ο ο αναπηρος, ακρωτηριασμενος.
μ'σαφιρ'ς, ο ο μουσαφιρης, ο επισκεπτης.
μ'σαρ'κο, το το μισαρικο χωραφι, δηλ. εκεινο το οποιο ο ιδιοκτητης εχει νοικιασει σε καποιον καλλιεργητη με ανταλλαγμα το μισο καρπο.
μπρουτζ'νος, ο ο μπρουτζινος
μπρουμ'τω πεφτω μπρουμυτα. Λενε "Μη μπρουμ'τισι'ν στου π'γαδ'!".
μπροστ'μουνα, η η μπροστοποδια Επισης και γυνακεια βρισια.
μπροβα, η η δοκιμασια ενδυματων.
μπρε θαυμαστικο και εκθειαστικο επιφωνημα, μπραβο, βρε!. Λενε " Μπρε του Κομνα προυκοπες"
μποχτσας, ο το χοντρο, λευκο, γυναικειο κεφαλομαντηλο.
μπουρδα, η το τσουβαλι, το σακι και ιδιως αυτο που εχει γινει απο υφασμα φυτικων ινων.
μποσταν', το το καλοκαιρινο περιβολι στο οποιο βαζουν καρπουζια, πεπονια κ.α.
μποσκος, ο ελαστικος, ανεκτικος, χαλαρος.
μποντλας, ο το μικρο ανοιγμα απ' το οποιο μπαινουν τα προβατα ενα-ενα στο σωμαντρο, για να αρμεχτουν.
μπον'ς, ο αγαθος, χαζος. Λενε στα μικρα παιδια "Α!, βρε μπον'κο!" = Αντε βρε χαζουλι.
μπολ' το το μακρι ξυλο που βρισκεται αναμεσα στα δυο ζεμενα βοδια και συνδεεται με το ζυγο και πθσω με το αλετρι.
μποχτσας, ο το λευκο τσεμπερι/καλυμα που φοριεται απο τις γυναικες για να προστατεψουν το προσωπο τους απο τον ηλιο κτλ.
μπ'νιας, ο το σκληρο χωμα
μπεσα, η εμπιστοσυνη, αμοιβαιος λογος τιμης προς βεβαιωσιν φιλιας η συνεργασιας, Λενε "αυτος δεν εσει μπεσα= αυτον δεν μπορεις να τον εμπιστευτεις".
μπερτακι η μπερνταχι δαρμος, Λενε "θα συ δωσω ενα μπερνταχ' να του θ'μασει".
μπερτα, η το μπλεχτο που ριχνουν οι γυναικες στις πλατες για να μην κρυωνουν
μπερντες, ο κουρτινα, αυλαια θεατρου, καρακιοζ' μπερντες=λευκη οθονη θεατρου σκιων.
μπερμπαντης, ο φαυλος, γυναικοθηρας, γλεντζες.
μπιρμπα, η Το πειραχτηρι. Λενε "Εισι συ μια μπιρμπα!".
μπιμπικια, τα τα εξωγκοματα στο δετμα της μαδημενης κοτας. Σε διστοιχο "Οσα μπιμπικια κι φτερα εχει η μαυρη κοτα, τοσις φορες σι γιλησα στου κατουγιου την πορτα".
μπεσλεμες, ο ο επιβητορας. Ζωο που εκτεφεται ειδικα γι αυτο το σκοπο.
μπερμπαντ'κο, το το αναποδο, το ανυπακουο ζωο
μπερκλωνουμι περδικλωνομαι, μπερδευω τα βηματα μου.
μπερκετ' το η προκοπη. Ευχη της Πρωτοχρονιας - "καλα μπερκετια". = καλα εισοδηματα.
μπενεβασια, η η επεμβαση, η μεσολαβηση τριτου.Λεγεται συνηθως οταν καποιος μεσολαβει για ν'αλλαξει τη γνωμη ενος γαμπρου που διστροπει και αρνειται να προχωρησει στο γαμο.
μπελονιασμενος, ο ο περασμενος σε βελονα η σπαγγο.
μπελονιαζω. μπιλουνιαζου βαζω ην κλωστη στην βελονα. επισης φτιαχνω αρμαθιες απο καπνοφυλλα με τη βοηθεια της βελονας.
μπεκ μηπως, μπας και.
μπαρκαρω φευγω με το καραβι.
μπαντατζουδος, ο ο ζωομορφος μασκαρας των Φωτων, που αναπαριστα το φευγιο των καλλικαντζαρων. Πληθυντικος, οι μπαντατζουδες. Λενε οι μαναδες στ' ατακτα παιδια τους- " θα σε βγαλου εξου να σι παρουν οι μπαντατζουδες
μπαμπατζουδ'κα, τα το εθιμο των μπατατζουδων. Επισης τα χρηματα η τροφιμα που μαζευουν οι μπατατζουδοι, τα οποια καταναλωνουν σε ομαδικο τσιμπουσι στην πλατεια του χωριου.
μπαμπας, ο ο ξυλινος ορθοστατης στη μεση του σπιτιου στο οποιο συγκλινουν τα τεσσερα ακιντια της σκεπης. Ο μπαμπας στηριζει ολο το σπιτι, απ 'οπου και η ονομασια του μεταφορικα, οπως ο πατερας ειναι το στηριγμα (στυλος) της οικογενειας.
μπαμπακιαζω στο τελος της συγκομιδης του μπαμπακιου, βαζουν το μπαμπακι στις τσουβαλες για να το παραδωσουν στην συνεταιριστικη αποθηκη.
μπαλωματαδ'κο, το προβατο λευκο με μαυρα σημαδια σαν μπαλωματα.
μπαλαρτος, ο ο κεχαγιαδικος χορος
μπαγκιαζω καταφευγω, βρισκω απαγκιο.
μ'χταρ'ς βλ. μουχταρης
μουχταρης, ο ο αντιπροσωπος, ο προεδρος
μουστοχωμα, το βλ. μ'στοχωμα
μουστκουλλ'κα, τα ειδος ζυμαρικου που το βραζουν σε μουστο.
μουστερης, ο ο αγοραστης, ο πελατης.
μουσκλο, το ποικιλια μεγαλου τζανερου με ιωδες χρωμα
μουσκλια, η ποικιλια τζανεριας, που βγαζει τα μουσκλα.
μ'σκαρ η μουσκαρ, το το μοσχαρι
μουντερνω ορμω, μουνταρω, Ρωτουν - "μουντερρν' ου σκυλους?".
μουλα, η το θηλυκομορφο μουλαρι
μουγαλος, η μιγαλος, ο ο μεγαλος
μοσχος, ο ο γυναικειος κορφος, Σε αποκριατικο τραγουδι "οσου παμι παρακατου μεσ'ς στο μοσχου τον αφρατο".
μοσκοβολ'ταδα, η η μοσχοβολια, η ευωδια
μορφονελα, η η ομορφονια
μολωνω μπαζωνω, γεμιζω με μολια.
μολια, τα μικρες η λογο ποιο μεγαλες πετρες με τις οποιες γεμιζαν το κενο αναμεσα στο εσωτερικο και στο εξωτερικο τοιχιο των οικοδομων, μαζι με λασπη.
μολαρω αμολαω, αφηνω κατι ελευθερο.
μολαρτος, ο ο ελευθερος, ο λυτος, Συνηθως λενε για τα ζωα- "τ' αφ'σα μολαρτα".
μοιρασ', το το μεριδιο
μοδι, το ξυλινο δοχειο, μετρο σιταριου, ισοδυναμο με 16 κιλα.
μ'νουδιας, ο ο γυναικας, ζαμπαρας, ατζγκινης
μ'νι, το το γυναικειο αιδοιο.
μ'λω ομιλω. στον αοριστο μιλ'σα και μιλ'ξα.
μ'λουδ', το οι ξερικες μικρες αγριοντοματες
μ'λουπαν' και μ'λουπανια το πανι η πανια του ανεμομυλου.
μ'λιανος, ο το μυαλο
μ'λατο η μηλατο, το το κοκκινοπροσωπο προβατο, σαν το μηλο.
μ'λαρισα, τα τα πεισματα, απο την αντιστοιχη ιδιοτητα του μουλαριου.
μ'λαρ, το το μουλαρι
μισ'μερ, το το μεσημερι
Μισιρι η Μ'σιρια η Αιγυπτος. Λεγανε παλια "Αντι αγοριμ στα Μ'σιρια, μπεκ καζαντισ'ς λιρες"
μιντερ', το χαμηλος καναπες η το στρωμα στον καναπε.
μιγαλυνω μεγαλωνω. Σε νανουρισμα- "νταστανα να μιγαλυν', να του βαλω να με πλυν'".
μιγαλου- προθεμα συνθετων λεξεων- μιγαλουδειχνω, μιγαλουπιανουμι.
Μητρουλ' το Ο Δημητρης
μηρι, το ο γλουτος. πληθυντικος τα μηρια (οι γλουτοι, ο πισινος)
μεταξωστα, η σιτα κοσκινισματος αλευριου, φτιαγμενη απο ψιλο μεταξι, για να συγκρατει το σιμιγδαλι.
μεταδοση, η η θεια μεταληψη
μεσοδοκι η μ'σουδοκ', το το κεντρικο δοκαρι της στεγης το οποιο στηριζεται στα δυο η περισσοτερα καλκανια.
μεσαρια, η καταμεσις, μεσ' τη μεση.
μεσαντρια η μισαντρια η μ'σαντρια, η το ξυλινο, σανιδενιο κατασκευασμα για τα ρουχα στο δεξιο μερος και τα στρωματα στο αριστερο μερος. στο κατω μερος αγηναν χωρο υψους περιπου 50 εκατοστων οπου βαζαν εργαλεια του σπιτιου και το ονομαζαν γιουκερ'.
μεσα, η το μεσαιο λουρι, το οποιο δενουν κατω απο την κοιλια του ζωου και στηριζει το σαμαρι.
μερομηνια, τα οι συγκεκριμενες μερες κατα τις οποιες προβλεπουν τον καιρο της επομενης χρονιας. Ειναι το διαστημα 1-12 Αυγουστου η με το παλειο ημερολογιο 13-24 Αυγουστου. Καθε μερα αντιστοιχει σ' εναν απο τους μηνες του επομενου χρονου. Μερα+μηνες.
μεριδοχαρι, το το χαρτι με τα ονοματα που δινουν στον ιερεα, για να ευχηθει "υπερ υγειας" η "υπερ αναπαυσεως".
μερας η μιρας, ο ο βοσκοτοπος. Στο τραγουδι " εχεις κι ουλου τουν ντουνια μιραδις να τα βοσκεις"
μελοπ'τα, η η κερηθρα γεματη μελι
μελονα, η ειδος μαυριδερου ψαροιυ
μελιπαστο η μηλιπαστο η μελιχλωρο, το τυπος μαλακου, εθπλαστου, ξσνθου τυριου, στο χρωμα του κεριου. Ειναι ευγευστο και θεωρειται σπανιος μεζες, γιατι διατηρειται μικρο χρονικο διαστημα πριν ξεραθει. Το ξερο τυρι το τριβουν στα φλωμαρια και αλλα προ"ιοντα φτιαγμενα απο ζυμαρι.
μεθυστρα, η η μπεκρου
μεθυζω μεθω καποιον. "τους αντρες μας μεθυζουμε και τους αποκοιμιζουμε"
μ'διαζω μουδιαζω και μ'διασμενος
μ'γουδ, το το μυγακι
μ'γαδοψωμου, το ψωμι απο μ'γαδενιο αλευρι.
μ'γαδ' η μιγαδι μιγμα σιταριου και κριθαριου, τοσο στην σπορα,οσο και στο αλεσμα και φυσικα στο αλευρι. το συνηθιζαν παλιοτερα, λογω ελλειψεως σιταριου.
μαυρος, ο ο γαϊδαρος, το αλογο. Σε τραγουδι "σηκωνουμι προυϊ -προυϊ, του μαυρου πιταλωνου".
μαυροματ'κο, το λευκο προβατο με μαυρους κυκλους στα ματια.
μαυρη, η το κακο σπυρι, ο καλογηρος
μαυραγαν', το ποικιλια σιταριου με μαυρο αγανο
μαστραπας, ο πηλινο η τσιγκινο κατσαρολι για νερο η κρασι. Στοτραγουδι "περνει νερο στο μαστραπα, με με τ' αργυρο της χερι".
μαστορισσα, η η ειδικη για το ραψιμο του νυφικου παπλωματος, του νυφικου στρωματος και το γεμισμα των μαξιλαριων.
μασουριζω τυλιγω το νημα στο μασουρι.
μασουρ', το το μικρο καλαμακι, στο οποιο τυλιγουν το νημα της σαϊτας στον αργλειο.
μαρτιατ'κια κλουστη, η ο μαρτης, η ασπροκοκκινη κλωστη που δενουν στον καρπο του χεριου για να μην τους καψει ο ηλιος του Μαρτη.
μαρμαριτα, η τηγανιτα που ψηνεται στο πλακι (πλακα) πανω στα καρβουνα. Τις μαρμαριτες τις τρωνε με μελι η πετιμεζι, συνηθως στα Φωτα.
μαρε, μαρη, μωρε, βρε προσφωνησειςη κλιτικα επθφωνηματα. Μαρ Ν'κολα ελα δω.
μαργωνω παγωνω, ξυλιαζω απο το κρυο. Λενε "μαργωσαν τα χεριαμ'!"
μαραζ, το το μαραζι, η στεναχωρια , η αδυναμια.
μαξουλ', το η σοδεια, η παραγωγη
μαξουζ' επιτηδες, σκοπιμα
μαντριζω μαντριζω τα ζωα / προβατα.
μαντρα, η το μαντρι των προβατων. Το εξοχικο σπιτι που μενονει το καλοκαιρι η οικογενεια για να ειναι κοντα στα χωραφια τους.
μανιζω, μανιαζω θυμωνω. "αυτος εναι μαν'σμενος= ειναι θυμωμενος".
μανελα, η το μακρυ σιδερο (μοχλος) με το οποιο τριτσαρουν (γυριζουν) την σκεπα του ανεμομυλου για να κατευθυνθουν τα πανια στην σωστη κατευθυνση του ανεμου. Βοηθητικο εργαλειο για ξεχοβολεμα μεγαλης πετρας.
μανε-μανε η μανι-μανι στα γρηγορα κιαι γρηγορα.
μανακα, η η γιαγια
μαναμ' ιγω! λυπητερο επιφωνημα, αχ ιγω τι μας βρηκε.
μανα επιφωνιμα εκπληξης, θαυμασμου, αποριας η ευχαριστησης.
μαμουδ', το το μαμουνι, το ζωϋφιο, το εντομο, Λενε "Ουλα τα μαμουδια δεν καν'νεε μελ'".
μαμ'λιζω αναμασω, μασαω με τις ωρες χωρις να καταπινω την τροφη.
μαλας, ο το μυστρι
μαλαθρος, ο - η μαλαθρο το χορταρικο που μοιαζει με ανηθο
μακαρονες, οι ειδος ζυμαρικου, που το κοβουν σε ψιλα κομματια (νπουκιες) και του κανουν κουφαματα (τρυπες). μοιαζουν με κοχυλια, Τις τρωνε βραστες, πασπαλισμενες με τριμενο τυρι. Ενα συνιθισμενο φαγητο μολιςτελειωσουν το αλωνισμα.
μακαρ'σμα, το το μακαρισμα (συγχωρεση) του νεκρου, που γινεται μετα την κηδεια. Οι πιστοι βουτουν ενα κομματι ψωμι σε μαυρι κρασι και ευχονται- "Θιος σχωρεστον!'
μακαρας, ο η καπλαντοβελονα με την ειδικη κλωστη για το καπλαντισμα. Σε τραγουδι - "Φερτε βελον' ολοχρυσο και μακαρα χιονατο, να καπλαντισουμ' παπλωμα ωαιο, νυφικατο" Επισης, τροχαλια, καρουλι για την ανυψωση βαριων αντικειμενων.
μαϊναρω ησυχαζω, αφηνω σχοινι ελευθερο. Το ναυτικο παραγγελμα- "μαϊνα τα πανια - λασκαρισε τα πανια".
μαθε επιφωνημα-μπραβο, σιγουρα, ακριβως. Επιβαιβεωτικη λεξη συμπληρωματικη της καταφασης, της συμφωνιας. πχ "Ναι μαθε=ετσι ακριβως, οπως το λες".
μαδιζουμι μαδιεμαι
μαγ'λα, τα Τα μαγουλα, τα μαγουλα του σφαχτου που εχουν τριφερο κρεας.
λυγερος, ο ο λεπτος και ευλυγιστος, οπως τα κλαδια της λυγαριας. Επισης υψυλος και λεπτος, κομψος, ευσταλης
λουτσα γινα λουτσα=βραχικα πολυ
λωλαδα, η η τρελα, η ανοησια.
λ'ρουδα, η η μικρη λυρα
λυριστης, ο ο λυραρης
λυρι, το η λυρα, σε τραγουδι-"Λυγια κλωναρι εκοψε και το λυρι του κανει".
λυνω χαλαω τα μαγια
λυγια, η η λυγαρια.
αλ'παναβατο, το το αζυμο, το ψωμι που δεν φουσκωνει επιδη δεν εχει προζυμι.
λουφαζω κρυβομαι
λεπναρ', το το λουπινο
λουλουδια, τα πρωτοχρονιατικο γλυκισμα απο πλασμενο φυλλο, διπλωμενο σε σχημα λουλουδιου και πασπαλισμενο με ζαχαρη. Μοιαζει με τις διπλες.
λουλος, ο ο λωλος, ο τρεος, ο ανοητος.
λουξ, το αυτοτελης ισχυρος λαμπτηρας, τροφοδοτουμενος με βενζινη. Αλλη εννοια - η πολυτελεια, η χλιδη.
λουλακι, το κυανη χρωστικη ουσια και χρησιμοποιειται για να ασπρισουν περισσοτερο τα ασπρα στ πλυσιμο.
λουκουμι, το το μικρο τετραγωνο ζαχαροπηκτο κοματι το οποιο φτιαχνουν και το κερνουν στις γεννες και στα βαφτισια.
λουβιαρ'ς, -α υβριστικη λεξη - προστυχος, βρωμιαρης, αναποδος, μπαμπεσης
λουβα να σι φα' ιδιωματισμος-κακο, αναποδια να σε βρει (καταρα). Απο τη λεξη λουβα=λεπρα
λογιαζω εχω τα ματια ορθανοιχτα ειτε απο εκπληξη ειτε για να παρατηρησω κατι.
λ'μπιζουμι ποθω, λιμπιζομαι, λαχταρω, επιθυμω πολυ, μου αρεσει πολυ λιγουρευομαι. Στον αοριστο λιμπιστ'κα
λ'μασμενους, ο, η ο υπερβλικα πεινασμενος. Λενε σε καποιον που τωει λαιμαργα. "Σα λ'μασνενους καν'ς".
λιμος, ο πεινα μεγαλη, ελλειψης τροφης
λιμοκτονω ειμαι αρκετα φτωχος, μετα βιας τρεφομαι.
λ'μαζω λιμοκτονω
λιχνω λιχνιζω το αχυρο.
λιχνιστηρ' το η ξυλινη χοντρη πηρουνα για το λιχνισμα του λεπτου και αραιου αχυρου, το οποιο δεν το πιανει η πηρουνα.
λιχνισμα, το το πεταγμα του καρπου ψηλα για να λιχνιστει.
λιχνιζω πετω ψηλα τον θερισμενο καρπο για να παρασυρει ο αερας το αχυρο και να καθαριστει.
λιπστηρας, ο το δερματινο κορδονι με το οποιο δενουν τις ζευλες στο λαιμο των βοδιων.
λιοκαφτος, ο ο ξεραμενος στον ηλιο. πχ το λιοκαφτο χταποδι.
λιναρι, το το φυτο λινον
λιμπιζομαι ορεγομαι, ερωτικα ποθω.
λιμοκοντορος, ο νεος που πενευεται και ερωτοτροπει
λιμνη, η λεκανη εδαφους γεματη με στασιμο νερο.
λιμναζω νερα που ειναι στασιμα, που δεν τρεχουν,
λιμνιωνας, ο το λιμανι. Στο τραγουδι - "αντε να πα ν' αραξουμι σι αγαθον λιμνιωνα".
λιλιτσα, τα τα κομματακια απο σπασμενα πιατα η ποτηρια που γυαλιζουν.
λιλιδια, τα τα πετραδακια
λιθαρος, ο ο μεγαλος βραχος
λιεμι περιφερομαι ασκοπα. Λενε "Κειος ου αχρηστους που λιετι ουλη μερα?".
λιγδος, ο ο αδυνατος, αυτος που δεν εχει λιγδα απανω του.
λιγδα, η η βρωμια, Λενε "τουτος ειναι ντιπ λ'γδαρ'ς= απλυτος, βρωμικος.
λιγνευω αδυνατιζω. Σε διστιχο τραγουδι του Κοντια- "σκεψου καλα αγαπημ' και λιγνεψα σαν συρμα"
λιγδα, η το χοιρινο λιπος με το οποιο σκεπαζουν τον καβουρμα. Επισης αλοιφουν τα παπουτσια για να ειναι αδιαβροχα και το ζγολερο για να μην πληγωνει τα βοδια.
λιαπ,κος, ο παλιος χορος τον οποιο χορευαν δυο αντρες ξεγυμνωμενοι ως τη μεση και αλλημενοι με λαδι, Εικονικο παλεμα με αυτοσχεδιασμους. Λιαπης- Αρβανιτικη φυλη.
ολημερις ολη την μερα, απο το πρωϊ μεχρι το βραδυ.
λημερι, το το καταφυγιο, το γνωστο μερος. Λενε- παω στα λημερια μου=στα γνωστα μου μερη. Λημερι για τους αρματωλους και κλεφτες= μερος οπου σηνηθως συναντιοταν.
λημεριαζω βρισκω λημερι, δηλ. τοπο βοσκης για τα ζωα. Λενε "που λημεριαζ'ς" = που εχεις τα ζωα και βοσκουν? απο το ρημα ολημεριζω=περνω ολη την μερα, ολημερις.
λεχωνα, η η γυναικα που μολις γεννησε
λεχουδακι, το το νεογεννητο, το μωρο της λεχωνας. Απο το αρχαιο λεχω+-ουδ'+-ακι.
λεχ'δελ', το το νεογεννητο, το λεχουδακι. Απο το αρχαιο λεχω, λεχωνα
λεφτοκαρυο, το το φουντουκι. Στο τραγουδι των Φωτων-"Βγαλε πανερια καστανα, πανερια λεφτοκαρυα"
λευτερατα η εποχη πριν παντρευει καποιος. Λενε- "στα λευτεραταμ' "
λεύκος, ο η ψηλη λευκα.
λουπ'ναρι, το το λουπινο
λεπ'ναρι, το το λουπινο
λεμπεσαρος, ο ο αξεστος, ο αγροικος.
Λουβι, το λοβος, η θηκη του σπορου. πιο συνηθης ειναι ο τυπος-ταλ'βια για τα οσπρια (αφκος, ρεβυθια, κτλ)
λ'βι, το λοβος, η θηκη του σπορου. πιο συνηθης ειναι ο τυπος-ταλ'βια για τα οσπρια (αφκος, ρεβυθια, κτλ)
λαψανογουλ' το το τρυφερο τμημα της λαψανας.
λαχανα, η βρωσιμο αγριοχορτο. Η παλιοτερη λαψανη
λαχταρος, ο αυτος που λαχταρα για κατι, συνηθως ο πλυ διψασμενος η πεινασμενος. απο το ρημα λαχταρω.
λαχαδερο, το η κοιλια του σφαχτου
λαφυρι, το δλεπε λαθυρι
λαφιατ'ς, ο μεγαλου μηκους, σταχτοχρωμο, δηλητηριωδες φιδι
λατι ελατε
λαπατο, το αγριοχορτο που μοιαζει με σπανακι.
λαμπουγυαλ', το το γυαλι της λαμπας πετρελαιου
λαμπικος, ο το αποσταγμα της σουμας.
λαμπικαρισμα, το η δευτερη φαση στο ρακοβγαλσιμο, οταν απο την σοθμα αποσταζει ο λαμπικος.
λαλω καθοδηγω τα προβατα με φωνες.
λαλαγιτα, η ειδος τηγανιτας.
λακκουδια, τα ομαδικο παιδικο παιχνιδι.
λακκος, ο ο αργαλειος, η κρεβατη.
λακαριο, το το αποστακτηριο του ουζου.
λαφυρι, το το φυτο της φαβας, ο αφκος
λαφυρι, το το φυτο της φαβας, ο αφκος
λαφυρι, το το φυτο της φαβας, ο αφκος
λαθυρι, το το φυτο της φαβας, ο αφκος
λαηνοστατ'ς, ο εσοχη στον τοιχο οπου τοποθετουνται τα λαγηνια με το νερο η το κρασι για να διατηρουνται δροσερα.
λαηνας, ο ο αγγειοπλαστης ο κατασκευαστης λαγηνιων.
λαγ'νουδ', το το μικρο σταμνι.
λαγην' , το το σταμνι, το κουμαρι
λαγην' , το το σταμνι, το κουμαρι
λαην' , το το σταμνι, το κουμαρι.
λαδομυλος, ο ο μυλος που αλεθει το σουσαμι και βγαζει σαμολαδο και ταχινι. Τα παλια χρονια τις στρογγυλες πετρες τις κινουσαν ζωα και αργοτερα μηχανες.
λαγος, ο το λαγομορφο αγριο κουνελι, το αγριοκουνελο.
λαγηνα , η η μεγαλη σταμνα
λαγγονια, τα τα πλαϊνα μερη της κοιλιας του ανθρωπου και των ζωων κατω απο τα πλευρα.
λαγ'δερ', το το λαγουδακι, το γυμνο.
λαγαρα, η το πλατι πετσινο λουρι με το οποιο δενουν τα τσερβουλια. Στο τραγουδι "Βρε τσαχαγια πιρηφανε με τ'ς πλατιες λαγαρις"
Νεραγγουρο Νεραγγουρο
κωλανα, η το πετσινο λουρι, το οποιο δενουν στα καποθλια και κατω απο την ουρα του σωου για να στηριζει το σαμαρι.
κ'φωνω κουφωνω, σκαλιζω, σκαβω, ανοιγω λακκους. Λενε 'Κ'φων' ου γουρτζελους"
κ'φος, ο ο κουφος
κ'φιζω βαριακουω
κ'φαλα, η η κουφαλα ενος δεντρου η ενος βραχου (σπηλια).
κ'φαινουμι κουφαινομαι
κυριου, του του κυρη, του αφεντη.
κυμινο, το αρωματικο φυτο που μοιαζει με το γλυκανισο. Ο καρπος του χρησιμοποιειται ως μυροδικο στο φαγητο και στο ρακοβγαλσιμο.
κ'τσαινω, -ουμι κουτσενω, κουτσενομαι, επισης το επιθετο, ο κ'τσος, εκεινος που κουτσενι η εχει ενα ποδι. Απο τα παιδικα χρονια "ο Κ'τσανας=ο παιδικος φιλος μας ο Χρηστος"
κ'τουκ'ς, ο ο ξεροκεφαλος, ο πεισματαρης, το αγυριστο κεφαλι
κ'ταμενος, ο ο ξαπλωτος και μεταφορικα ο ξεκουραστος,
κ'ταζω κοιμαμαι, κουρνιαζω. Λενε για τις κοτες. "κ'ταξαν γοι ορνιθες?"
κ'ταβ, το το κουταβι του σκυλου
Κ'στος, ο ο Χριστος και περιοχη στην Καλλιοπη περα απο το Χωριο. "Περα στου Κ'στο" απο οπου ξεκινουν τις ιπποδρομιες αυτες τις ημερες.
κ'στελιτ'κο, το φαγητο που φιλευουν στο γειτονα η τον συγγενη.
κ'στελ' , το το φιλεμα
κ'σος, ο ο χρυσος, Λενε την ευχη. "Κ'σος γαμπρος η κ'ση Νυφη!"
κρυγιων' κανει κρυο.
κτρυων' κανει κρυο
κρυφτσανα, η η κρυπτη, η κρυψωνα.
κρουσευω κουρσευω
κρινακι της Παναγιας, το λυκο αγριολουλουδο που φυτρωνει στις αμμουδερες ακτες.
κρεβατη, η ο αργαλειος ως συνολο, αλλα και ιδικα το ξυλινο τετραπλευρο πλαισιο οπου στηριζονται τα διαφορα εξαρτηματα του αργαλειου.
κρατ'νια, η η ποικιλια της κολοκυθιας απο την οποια φτιαχνουν τις κρατουνες,
κρατουνα, η η σκαμμενη εδους κολοκυθα που χρησιμοποιειται ως κουταλα, συνηθως στο λακαριο και για να πινουν νερο
κρασοβροχ', το ψωμι βρεγμενο σε κρασι. Πιστευουν οτι προστατευει απο την ελονοσια και γενικοτερα απο τις αρρωστιες. κατα την δικη μου γνωμη το χρησιμποιουσαν σαν φαγητο οταν δεν ειχαν τι να φανε.
κρασοβαρελο, το το βαρελι του κρασιου.
κρασατο, το φαγητο σβησμενο σε κρασι.
κοχλακιζω κοχλαζω, χοχλακιζω
κουτσουραδ, η η οχια
κουτσαυλος, ο ο κουτσος με κομμενο ποδι.
κουτλο, το το αρνι που δεν εχει κερατα
κουταλα, η ξυλινο εξαρτημα του αλετριου
κουσαρ' το το εικοσαρικο, το εικοσοφραγκο
κορφη, η η μυτζηθρα
κουροψαλ'δο, το το ψαλιδι για το κουρεμα των προβατων.
κουρουπι, το πηλινο κιουπι με φαρδυ στομιο στο οποιο μεταφερουν το γαλα και αποθηκευουν τον καβουρμα.
κουρνιαζω κοιμαμαι καθιστος σαν τις κουρουνες.
κουρναρος, ο η αρσενικη κουρουνα. Λενε "τι θα καν' ου κουρναρος, αηδονελια?
κουρμπατ'ς, το το μαστιγιο για τα αλογα. φτιαχνεται απο βοϊδοπυτσα που τεντωθηκε κα ξεραθηκε στον ηλιο. Επισης το ξυλοφορτωμα. Λενε "θα σι ριξω ενα κουρμπατσ να του θ'μασι"
κουρκουτα, η σκευασμα απο βρασμενο χειρομυλισμενο σιταρι με σαμολαδο, ζαχαρι βκαι κανελλα, την συνηθιζουν στους γαμους.
κουραδα, η το ανθρωπινο αφοδευμα
κουπουκ'ς, ο ο ελεεινος, ο ευτελης, ο ντεμπελης
κουπαρος, ο η μεγαλη πηλινη λεκανη
κουπα, η η παλιοτερη πηλινη λεκανη και σημερα η πλαστικη. Επισης κυπελλο.
κουντ'μα, το το σπρωξιμο
κουμπανια, η η προμηθεια, το εφοδιο ως αναφορα την τροφη. Οταν καποιος φευγει για το χωραφι τον ρωτανε. "πηρες τ'ν κουμπανια= πηρες το φαγητο, νερο κτλ"
Κ'μουσινιω, η γυνακειο βαφτιστικο.
κουμ'δια, η τα ξερα φυκια που επιστωνονται στην σκεπη ως μονοτυκο υλικο.
κ'μασ', το το κοτετσι των πουλερικων,
κ'μαρ', το κουμαρι, το λαγηνι του νερου, το σταμνι.
κουλιαρος, ο η φουσκομενη κοιλια, η κοιλαρα, ο κοιλαρας, ο χοντρος.
κουκ'ναρα, η ο καρπος του αραβοσιτου, το καλαμποκι
τουλ'παν', το τουλουπανι, το γυναικειο ψιλο υφασμα που φοριεται κατω απο το τσεμπερι.Το συνηθιζαν οι Μικρασιατισσες.
κουκος, ο ο κωνικος λιθοσωρος που δημιουργειται α[ο το καθαρισμα του χωραφιου απο ις πετρες. Λενε "γεμισε το κοφινι κουκο-κουκο= μεχρι πανω".
κουκκ'βικ', το η στηλη (σωρος) απο πετρες, μεχρι και ενα μετρο ψηλο, που στηνουν στη μεση των αταϊστων χωραφιων, για να μην οδηγουνται εκει ξενα ζωα για βοσκη.
κουγιουμτζης, ο ο χρυσοχοος
κοτσλιτ'ς, ο το μικρο πουλι με λοφειο στο κεφαλι, που ζει στους αγρους.
κοτσαμπεκιαρ'ς, ο το γεροντοπαληκαρο
κοτσαλα, τα ο κακοαλωνισμενος καρπος που περιεχει πολυ αγανο, κοτσανια και σκουπιδια. Δεν κανει για γιαρμα και αλεσμα.
κοσαρι, το το εικοσαρι
κορυφ' , το η σημαδουρα που επιπλεει στο νερο και δειχνει τη θεση του δυχτιου η του παραγαδιου.
κορμπατσα, η το χτυπημα με το κουρμπατσι.
κορδα, η η χορδη, αποξηραμενο εντερο ζωου, το εγαλειο ξετιναγματος του βαμβακιου η μαλλιου.
κοπιαζω ερχομαι, Λενε "Κοπιασε μεσα η για κοπυασε"
κατακοπ'κα παρακουραστηκα
κοπ'κα κουραστηκα
κοπανιδα, η το πλατυ ξυλινο ροπαλο με το οποιο κοπανουν τα ρουχα στο πλθσινο η το φξυκανισο για να πεσει ο καρπος.
κοντοσχ'νιζω μικραινω το κκος του σχοινιου, δενω το ζωο απο κοντο σχοινι για να μην φτανει να φαει το αμπελι.
κοντοσκοιν' , το το κντο σχοινι.
κουντουστελ' , το το μικρο στελιαρι, αλενε "Θα πιασου ενα κουντουστελ' και θα σ' αρχινισου!"
κοντο- προθεμα λεξεων (απο το επιθετο κοντος) κοντοσταθηκα=σταθηκα για λιγο,η σταματησα για λιγο, σε οικογενειακα ονοματα, Κουντουρας=κοντος+ουρα
κονιδα, η το αυγο της ψειρας
κομποδεσ', η το δεσιμο των κομπων στο υφαντο
κομπινα, η η θεριζοαλωνιστικη μηχανη
κομματσδελ' ποσοτικο επιρημα, πολυ λιγο, απειροελαχιστο.
κομματουδ' λιγο, δωσε κομματουδ' ψωμι=δωσε λιγο ψωμι.
κομματ' λιγο πχ κατσε κομματ'= καθισε λιγο
Κολπασουδα η Γκολπασουδα παλιοτερα γυναικειο βαφτιστικο
κουλουκπ'κα παρακουρατηκα και πονεσε η μεση μου
κουλουκοβουμι καταπονουμαι, κοψομεσιαζομαι απο την κουραση. ποιο συνηθισμενο το κουλουκοπ'κα η κολοκοπ'κα
κουλλ'βοζ'μος, ο σκευασμα απο βρασμενο σιταρι με μυρωδικα. το φτιαχνουν την παραμονη του ψυχοσαββατου πρωι-πρωι. οταν βρασει το σταρι, ετοιμαζουν ενα πιατο το οποιο θα πανε στην εκκλησια και υπολοιπο το σιγοβραζουν μεχρι να χειλωσει, προσθετοντας ζαχαρη και αλευρι μεχρι να πηξει. απο πανω το πασπαλιζουν με αλευρι και μουστο. (Τα νεωτερα χρονια προσθετουν κανελλα, μυγδαλα, καρυδια ψιλοκομμενα και αλλα μυρωδικα). Μετα το μοιραζουν στη γειτονια για να συγχωρεση. ακομα και δασκαλος διεκοπτε το μαθημα κατα τις εντεκα και αφηνε τα παιδια να πανε σπιτια τους να φανε κολλυβοσμο και να του φερουν και εκεινου.
κλλητος, ο ο ασεμνος χορος. ο ευρωπαϊκος, ο αγκαλιαστος
κουλ'φαδα, η καρκινοειδη θαλασσινο ειδος ανεμωνης το οποιο ζει κολλημενο στα βραχια των ακτων, Τρωγονται τηγανητα, με κρεμμυδια, μπαχαρικα, αυγα και αλευρι(κροκετες) και θεωρουνται νοστιμος ουζομεζες.
κοκορικος, ο η ορνιθα που λαλει σαν πετεινος. δεν γεννα αυγα κι συνηθως τρωει τ' αυγα των αλλων, γι αυτο την σφαζουν. την θεωρουν γρουσουζικη.
κοκκ'νομπαμμπακο, το ποικιλια κοκκινου βαμβακος, που καλλιεργειτο παλιοτερα.
κοκκαρι, το ο βολβος του κρεμμυδιου που φυτευεται, το μοσχευμα
κοκαλουδ' το παιδικο παιχνιδι, στο οποιο οι παιχτες συναγωνιζινται για την κατοχη ενος μικρου κοκαλου.
κοζα, τα τα ατου σε παιχνιδια της τραπουλας, οπως η πρεφα, το ανεβαστο.
κοβνος, ο ο σωρος απο αχυρα, σκουπιδια κτλ.
κ'ντουρα η κουντουρα το ξυλινο εξαρτημα του αλετριου που βρισκεται στο πισω μερος και το πατα ο ζευγας οταν ζευγαριζει για να παει ποιο βαθια το αλετρι.
κ'νελ' το το κουνελι
κ'μπαριαζω γινομαι κουμπαρος σε γαμο η βαφτισια.
κ'μαμι η κ'μουμι κοιμαμαι, Κλινεται ως εξης¨κ'μαμι, κ'μασι' κ'ματι, κ'μουμαστι, κ'μουσαστι' κ'μουντι.
κλουσοπουλ' το το κλωσοπουλι, το μικρο κοτοπουλο.
κλουρ' το το κουλουρι
κλουρα, η η κουλουρα, και Λαμπροκ'λουρα = η κουλουρα της Λαμπρης.
κλουβιος, ο ο αδειος ο χαλασμενος πχ το κλουβιο αυγο. Μεταφορικα ο ανεγκεφαλος, ο ανοητος, το κλουβιο κεφαλι.
κ'λλι', το το μικρο κυκλικο ψωμακι.
κλιβανη, η η καταπακτη
κλειματσιδα, η η κλειματοβεργα
κληδονας, ο εθιμο λαϊκης μαντειας, που τελειται απο ανυπαντρα κοριτσια την παραμονη και ανημερα του Αη Γιαννιου (23-24 Ιουνιου). Επισης το πηλινο δοχειο που χρησιμοποιειται για την τελεση του εθιμου.
κλεψιμνιο, το το κλεμμενο, το κλεψιμαιϊκο
κλεφτψωμ', το η συνηθεια να κλεβουν τα κ'λλικια (ψωμακια) που ετοιμζονται πριν απο το γαμο. Επισης ως σκοπτικος χαρακτηρισμος ενος μικροκλεφτη, πχ οταν παιρνει φαγητο απο ξενο πιατο. "Βρε κλεφτοψωμ'! "
κλειδια, τα οι μεγαλες πετρες που τοποθετουσαν στη βαση του ασβεστοκαμινου και στηριζαν ολο το καμινι. Απο κατω αναβαν φωτια και απο πανω τοποθετουσαν τις ασβεστοπετρες.
κλειδι, το αυτοσχεδιο πασχαλινο βαρελοτο. ειναι ενας σιδερενιος κυλινδρος, κλειστο το ενα ακρο, μηκους 12 εκατοστων περιπου με κενο εσωτερικο, τον οποιο γεμιζουν με μπαρουτι. Την μια ακρη μιας γερης κλωστης την δενουν στην κλειστη ακρη του κθλινδρου και την αλλη ακρη στην ακρη του κλειδιου το οποιο ειναι ενα κυλινδρικο καρφι που εφαρμοζει ακριβως μεσα τον κυλινδρο. Βαζουν την μπαρουτι στον κυλινδρο και απο πανω βαζουν το κλειδι. Κρατοντας την χοντρη κλωστη χτυπανε το κλειδι καφετα στον τοιχο και η αποτομη πιεση αναβει το μπαρουτι το οποιο εκρυγνυται. Αλλη ερμηνεια, Κλειδι της πορτας
κλαμωνω κλαιω, αλλα και προκαλω το κλαμα σε καποιον. Λενε " Του κάμωσ' του πιδι"= το εκανε να κλαψει
κλαδωνω ανεβαινω στα κλαδια του βεντρου.
κιρνω κερνω
κιριζω δενω τα ζωα στη σειρα, το ενα πισω απο τ' αλλο. Επισης κιρ'σμενα
κυρτος, ο συρματινο κοφινι ψαρεματος με κυρτο σχημα.
κιντρουματια, η καταμεσις, ακριβως στο κεντρο. Σε τραγουδι "κιντρουματια την ι χτυπα πα στου βυζιου τη ρωγα".
κιβουρι, το το φερετρο
κια, και αν, το -ν- κοβεται οταν ακολουθει συμφωνο. πχ "Ο φλεβαρ'ς κια Φλεβαρισ', καλοκαιρ' θα μυρισ' !"
κ'θαρ', το το κριθαρι
κεχαγιας η κιαχαγιας η τσαχαγιας ο αγροκτηνοτροφος που ενοικιαζειξενα κτηματα η βοσκοτοπια, ο δουλοπαροικος σε ελληνικα η τουρκικα τσιφλικια. Στη Λημνοο κεχαγιας δεν ηταν επιστατης οπως πχ στην Κρητη. Πιθανον στην Λημνο να χρησιμοποιηθηκε αρχικα ως τιτλος των ντοπιων τοποτηρητων των πατριαρχικων και αγιορειτικων μετοχιων και σταδιακα κατεληξε να σημαινει τον τσοπανη. Ο Γεροντουδης στο βιβλιο του αναφερει πως οταν ργκατασταθηκαν οι Τουρκοι στη Λημνο προσελαβαν Λημνιους ως καλλιεργητες στα κτηματα, τους οποιους ονομαζαν κιαγιαδες. Τους ειχαν απολυτη εμπιστοσθνη στη διχειρηση και απαιτουσαν μονο να παιρνουν τη σοδεια και το ταγινι. Η συμφωνια και η εγκατασταση στο αγροκτημα ονομαζοταν κιαχαγ'λικ' και μπαριστουσαν η ξαναμπαριστουσαν καθε δεκαπενταυγουστο'
κεχαγιαδ'κους, ο ο τοπικος χορος σε ρυθμο 7/8 που χαρακτιριζει το νησι. Αρχιζει με τους στοιχους. "Βρεκεχαγια περηφανε με τ'σ πλατιες λαγαρις.
κεφλεντισμενος, ο ο κεφατος, αυτος που εχει ερθει στο κεφι.
κεφαλουδ', το το κφαλακι
κςφαλαγκαθο, το το γαϊδουραγκαθο με το μεγαλο κιτρινο ανθος (κεφαλι).
κεραυλο, το το αρνι που εχει κερατα
κενωμα, το το σερβιρισμα του φαγητου απο την κατσαρολα στο πιατο.
κελεπιρ', το κελεπουρι, η ευκαιρια
κειος, κειν', κειο εκεινος, εκεινη, εκεινο.
κεινα εκει περα
κ'βαρα η κ'βαρ' το κουβαρι, το μπερδεμα, η ανακατοσουρα. Λενε "γιναμ' μια κ'βαρα"
κ'βανω κουβαλω, ουσιαστικο κ'βαν'μα, συνηθως ωσ συνθετο νεροκ'βαν'μα
καψοκορμι, το το καμενο παιδι, το κακομοιρο ατομο. Που γυρνας καπψοκορμιμ'
καψιρος, ο ο δυστυχος, καψερος
καυκιαρ'ς, ο ο καυχησαρης
καυκι, το εξαρτημα στο μηχανισμο του ανεμομυλου
καυκαληθρα η καυκαλιδα αρωματικο αγριοχορτο με λευκο ανθος. το βαζουν στις χορτοπιτες, αλλα και ως μυρωδικο οταν βραζουν σουπιες
κατωπετσ', το η κατω σκληρη επιφανεια (κορα) του χωμιου (κατω+πετσι)
κατωμεριτης, ο ο προερχομενος η καταγομενος απο τα κατ' χωρια του νησιου δηλ. τα δυτικα, τα κοντινα προς την Μυρινα.
κατωγουδ', το το κατωϊ
κατσ'πουδιαρ'ς, ο ο αναποδος ανθρωπος, που γκρινιαζει και δημιουργει συνεχως προβληματα.
κατσ'πουδια, η ο πειρασμος, ο διαβολος, ο εριστικος ανθρωπος, ατυχια, γρουσουζια.
κατζον' η κατσον' το σιδερενιο ακρο της βουκεντρας σε σχημα ορθης γωνιας. με το οποιο καθαριζουν το αλετρι απο τα χωματα και τις λασπες
Κατσ'νοποδι, το φρυγανο που χρησιμοποιειται ως προσαναμακατα το καψιμο του φουρνου
κατσικα με το κρεας. σκωπτικη φραση, με την οποια σατυριζουν το φτωχικο, συνιθισμενο γευμα (πχ τα κουκια)
κατσιαζω μαραζωνω, μαραινομαι, για τα φυτα και μεταφορικα για τους ανθρωπους
κατσ'βελοκαιρος, ο ο παλιοκαιρος, η τραμουντανα
κατσ'νελ'κο, το το σχετικο με τον κατσιβελο, το κατσιβελικο, το εργαστηριο του κατσιβελου, το πεταλωτηδικο, το σιδηρουργειο.
κατσ'βελ'ς η κατσιβελος ο σιδερας, ο πεταλωτης, ο γυφτος. Επισης ο εμπειρικος γιατρος, ο τσαρλατανος. Σε αρθρο Λημνιου γιατρου της Αιγυπτου το 1906 "δια τους χωρικους τους στερουμενους ιατρικης περιθαλψεως ....μενει ελευθερον το πεδιον....εις τους κατσιβελους.
κατσ'βελλα, η η γυφτισσα, η ατιμελητη γυναικα (βρωμικη, αχτενιστη, κακοντυμενη κτλ)
κατσαρολ', το το μεταλλικο κυπελλο.
κατρουλιο, το το κατουρο. Συνηθως στον πληθυντικο τα κατρουλια.
κατρακυλια, τα ονομασια παιδικου παιχνιδιουπου παιζεται με στεφανια βαρελιων.
κατρακυλι, το το καροτσι. Επισης το λαμαρνενιο στεφανι του βαρελιου.
κατρακυλα, η η ροδα
ατουσταδα, κατουστη η εκατονταδα
κατο, το εκατο
κατ'λονοτια, η η κατρουλονοτια , το ψιλοβροχο που φερνει ο νοτιος ανεμος.
κατινα, η η πλατη, η ραχη
κατεφλι, το το κατωφλι
κατεβασια, η η καταρροη της μυτης, το συναχι. Λενε "εχου κατεβασια=τρεχει η μυτη μου, κοκκινιζουν τα ματια μου"
καταχωνιαζω κρυβω κατι χωνοντας το σε βαθια κρυψωνα. πχ μεσα σε ρουχα. Επισης ο πολυφαγας ο οπιος καταχωνιαζει πολυ φαγητο. Το καταχωνιασε κια αυτο= το εφαγε κι αυτο.
καταστρωνω στρωνω με αχυρο το χωρο της μαντρας οπου πλαγιαζουν τα ζωα, γαι να μην κοιμουνται πανω στο υγρο και λασπωμενο εδαφος. καταστρωνω η στρωνω το σπιτι= στρωνω το σπιτι με κουρελουδες για να ειναι ποιο ζεστο τον χειμωνα
καταστρωμα, το ο χωρος της μαντρας που τον χειμωνα καταστρωνεται με αχυρο για να κοιμουνται τα ζωα.
κατασαλαγια η κτασαλαγ'σα η ηρεμια, η ησυχια
κατασαγνο, το το κατω σαγονι
καταραχια, η η σπονδυλικη στηλη
καταπονω κουραζω, βαζω κατω, κζτανικω καποιον. Οταν παιζουν τα παιδια, λενε στον χαμενο "σε καταπον'σα"
καταποδ' απο πισω, στα ιχνη καποιου.
κατακαθ', το το ξαδειασμα, το τελειωμα των θερινων εργασιων, η εποχη μετα τον τρυγο, που εχουν ολοκληρωθει ολες οι αγροτικες εργασιες και καθονται, ξεκουραζονται. το κατασταλαγμα, το ιζημα. πχ το κατακαθι του καφε.
καταη καταγης
καταγιαλα, τα η ακροθαλασσια
κατ' χωρια, τα τα χωρια προς την Μυρινα
καρφουδ' το το μικρο, λεπτο καρφακι. το αποξηραμενο εβωδιαστο λουλουδι το οποιο χρησιμοποιουν οι γυναικες στα γλυκισματα να δωσουν περισσοτερη γευση.
καρτσ'ναδ', το το μικρο θαλασσινο σαλιγκαρακι, το ποδαρατο,το σκαλτσουνι.
καρσιλαμας Λημνιος, ο τοπικος χορος σε 5/8
καρπεττα, η το χαλι, το κιλιμι, η κουρελου. την καρπετα την χρησιμοποιουσαν για να καθονται στο σαμαρι οταν πηγαιναν στα πανηγυρια για να μην λερωσουν τα καλα τους ρουχα. Επισης κανανε και επιδειξη ποια νοικοκυρα ειχε υφανει τα καλλιτερα σχεδια, Οταν εδινα λογο το ζευγαρι τους εβαζαν να καθησουν πανω στο μπαουλο με τα προικια στρωμενο με την καρπετα..
καρναβαλια, τα οι μασκαραδες των Αποκρεω. Λενε " Ντυθ'καν καρναβαλια.
καριγκλι, το το καρεκλακι
καρενιος, ο ο καρυδενιος. Στα καλαντα των Φωτων "σηκω κυρα μου κι ανοιξε την πορτα την καρενια"
καρβ'νουδ', το το καρβουνακι του θυμιατου.
καρατζης, ο ο ληστης
καρατερνω υπολογιζω
καρακλα, η καρακλο το κρανιο
καραγιατσ', το η φτελια
καραβι, το το κινητο εξαρτημα του ανεμομυλου το οποιο παλλεται ρυθμικα και ριχνει τον καρπο απο την καλαθαρα στη μυλοπετρα.
καρα- προθεμα σε παρονυμια, συνηθως για πολυ μελαχρινους αντρες. Οικογενειακα ονοματα, Καραγιαννης, Καραδουκας, Καραμαλλης
καπρουλια, τα τα πλαϊνα ξυλα της σκεπας που στηριζονται στο μ'σοδοκ' (μισοδοκι).
καπλαντιζω επενδυω το παπλωμα με σεντονι.Τοκαπλαντισμα γινεται τις παραμονες του γαμου
καπ'λα , τα τα καπουλια του ζωου
καπαρος, ο ο υποξανθος στο χρωμα της καπαρης. Επισης τα ζωα που εχουν κανελλι, λευκο και γκριζο τριχωμα.
καπαλο, το το επιστρωμα, η κρουστα πηγμενου αιματος, που σχηματιζεταιστην επουλωμενη πληγη.
καπ'καπ' καπου καπου
καντ'λουβαφτ'σμα, το το βιαστικο βαφτισμα του ασθενικου νεογεννητου βρεφους, με σηκωμα στον αερα μπροστα στο καντηλι και τα εικονισματα.
καντιο, το κομματι ζαχαρης (κυβος). Σε τραγουδι του γαμου "ζαχαρι να 'ναι το ψωμι και καντιο το νερο σου" και εχεις στηθια μαρμαρενια κα με καντιο ζυμωμενα".
καν'ταν καθονταν
καννια, η το συρματινο και παλιοτερα καλαμενιο (απο καννους=καλαμια) φιμωτρο, που βαζουν στα μεγαλα ζωα (αλογα , βοδια κτλ), για να μην καθυστρουν τρωγοντας, οταν πρεπει να δουλευουν.
καννια, η η ξυλινη ταβλα που κρεμουν απο τα καπρουλια της οροφης, στην οποια τοποθετουν διαφορα φαγωσιμα (ψωμια, τυρια κτλ). Ετσι βρισκονται ψηλα και δεν τα φτανουν τα ποντικια.
κανες, κανε κανενας, κανεις. Λενε "πιν'ς κανε ρακι"
κανατι, το το παραθυροφυλλο
καναρ', το ειδος μεγαλου κουνουπιου, που προκαλει ιδιαιτερα οδυνηρο τσιμπημα
καναπεδ'λικια, τα τα σκιπασιδια του καναπε.
κανα, η ο ιστος της αραχνης
κσμωμα, το η ενασχοληση με το χωραφι (το οργωμα, το νιασιμο, το σκαψιμο κτλ. "οι αμμ'δες ειναι βολ'κες στο καμωμα".
καμπαρντιζω καυχιεμαι
καμπανοφρυδι, το το υψωμενο φρυδι. Στο τραγουδι των Φωτων "και του κορακου το φτερο βαλε καμπανοφρυδι".
καμπανοφρυδα, η η γυναικα με υψωμενα φρυδια σαν καμπανες.
καμος, ο ο καημος
καματερος, ο ο δουλευτης, ο φιλοπονος. Σε αποκριατικο σκοπτικο τραγουδι "ηνταν κι καματερη, ουλη μερα μια κλουστη".
καμαροφρυδα, η γυναικα με τοξωτα φρυδια σαν καμαρες. Στα καλαντα των Φωτων " κερα ψηλη, κερα λιγνη, κερα καμαροφρυδα".
καμαροπερπατουσα, η γυναικειο εγκωμιο, Σε διστιχο τραγουδι "Εισαι αγαπημ' ομορφη, εισαι μαυροματουσα, εισαι σιγανομιλητη, καμαροπερπατουσα".
καμα, το ο καυσωνας
καλυπτω κλεινω τα ματια του νεκρου. Λενε "Τα καλυψαμ" = του κλεισαμε τα ματια. Επισης την καταρα "Π' να στα καλυψ'!"
καλποκανταρο, το το ελαττωματικο κανταρι που κλεβει στο ζυγι.Επισης ο αφερεγγυος ανθρωπος. Η λεξη λεγεται και ως βρισια
καλοριζ'κιαινω Λεω τα καλοριζικα, εγκαινιαζω, κανω την αρχη. Λενε για το καινουργιο βαρελι "Σημερα θα το καλοριζ'κιασουμ'" δηλ. θα το ανοιξουμε να βγαλουμε κρασι για πρωτη φορα απο την φετεινη σοδια.
καλομοιραζω δινω καλη μοιρα, καη τυχη. Λενε "η Παναγια να δωσει , να την καλομοιρασει την θυγατερα".
Καλοι σαλιακ', οι τα κοινα βρωσιμα σαλιγκαρια της στεριας, τα οποια τρωγονται μαγειρυτα με φλωμαρια η στιφαδο. Τους λενε καλους γιατι το φαϊ τους βγαινει ευκολα με μια οδοντογλυφιδα, σε αντιθεση με τους πλατιους.
καλοθρεφο, το ευχη για το νεογεννητο μωρο. "Καλη ανατροφη να εχει"
καλκαν', το ???? το πετρινο αετωμα που σχηματιζεται στις στενες πλευρες των κτισματων
καλιγερος η καλιγερας, ο μικροσκοπικο μαυρο εντομο το οποιο παρασιτειπανω στις κοτες κα τις τσιμπα μεχρι να ψοφησουν
καετσκη, η το καλεσμα, η προσκληση
καλεστ'κο, το το ειδικο τσουρεκακι. μεχρι μισο κιλο, με το οποιο καλουν στους γαμους
καλαμπακι, το ποικιλια μαυρου σταφυλιου, απο το οποιο παραγεται η ομωνυμη αρχαια ποικιλια Λημνιακου κρασιου (το λεγομενο και Λημνιο).
καλαμκαν', το το λεπτο καλαμι, οπου τυλιγουν τις κλωστες του αργαλειου που προοριζονται για υφαση (ταπετα, κτλ)
καλαμιδι, το το καλαμι του ψαρεματος.
καλαμια, η το θερισμενο χωραφι, στο οποιο εχουναπο απομειμει οι κομμενοι καλαμωδεις βκαστοι των σιτηρων.
καλαθακι, το το τυριβολι. Επισης η σαλαμουρα, τοπικος τυπος τυριου. Επισης το μικρο καλαθι.
καλαδερφος, ο, η το πνευματικο αδερφι δηλ. η σχεση ναμεσα στο βαφτιστηρι και το παιδι του αναδοχου (του νονου).
κακουσυν' ο παλιοκαιρος, η κακοκαιρια. "Οταν βουγιζ' η θαλασσα εχ' κακουσυν'".
κακογομαρος, ο ο δυσκολα μεταφερομενος. Κακογομαρος ειναι ο αρρωστος ανθρωπος
κακογομαρο, το το στραβοφορτωμενο υποζυγιο.
κακηλος, ο βρισια χωρις συγκεκριμενο νοημα. Ισως κακος, κακια, κσκιζω. Στο διστιχο του χωριου Καμινια "Πα στου μυλου. πα στου μυλου, χορευες μι τον κακηλο.
κακκανος, ο ο τρελουτσικος, παλαβιαρης
κακκανοι, οι οι φωτιες απο καλαμιες. Το εθιμο που διεξαγεται την παραμονη του Αη Γιαννη (23 Ιουνιου) στο οποιο αναβουν φωτιες καιγοντας καλαμιες.
κακαδι, το η ξερη ακαθαρσια της μυτης.
κατ'σε κουματουδ' καθησε για λιγο, μην φευγεις αμεσως.
καζικ' πρωτοχρονιατικο παιχνιδι. Στο κεντρο ενος κυκλου η " κασα" καρφωνειμια "βελονα" (καρφι) και πανω στηριζει ενα κερμα. Οι παιχτες σημαδευουν με καρυδια προσπαθωντας να βγαλουν το κερμα απο τον κυκλο. οποιος το καταφερει κερδιζει το κερμα, οσοι αστοχουν χανουν το καρυδι τους απο την "κασα". Επισης και χρεος. Μ' ε βαλε μεγαλο καζικ'.=με χρωσταει πολλα τα οποια δεν θελει να πληρωσει.
καζαντζης, ο ο ιδιοκτητης του λακαριου, δηλαδη καζανιου που ρακοβγαζει.
καγω να καω. "Ας καουν κι οι ψυλλ'" που φωναζουν οταν πηδουν τους κακκανους.
καγιωνω φτιαχνω τη καγια. Φοραω την καγια στο αλογο.
καγιαρος, ο ο αλληθωρος, ο μυωπας.
καγια, η ειδικο σχοινι με δυο θηλιες στις ακριες, με το οποιο μαθαινουν στ' αλογα να περπατουν στρωτα, αραχβανικα (ραχβαν,κα).
καβουρμας, ο σκευασμα απο βρασμενο και τσιγαρισμενο παχυ χοιρινο κρεας, συνηθως απο την πλατη η τα παϊδια, που συντηρειται σε παγωμενο χοιρινο λιπος. Περιφημος κραζομεζες . Τρωγεται τηγανητος με αυγα και πατατες.
καβουρια, τα η τσιγκουνια, η φιλαργυρια. "εχ καβουρια η τσεπιτ"
καβαλινα, η κοπρια των ιπποειδων (γαϊδουρια, αλογα, μουλαρια κτλ)
καβαλικος, ο η μακρια γαϊδουρα, παιδικο αγοριστικο παιχνιδι.
καβαλικευω ανεβαινω στο ζωο.
καβαλικα καβαλησε, καβαλικεψε, ανεβα στο ζωο.
καβαδι, το το βρεφικο λεπτο ασωρουχο.
Θος η Θιος ο Θεος. " Θιος να δωσ'"
θ'μωδ'ς, ο ο οξυθυμος ο θυμωδης
θ'μουμι θυμαμαι
θ'μος, ο η φαγουρα. "Ξερ'ς τι θ'μο εχ το κ'θαρ'!"
αθ'μα' το το θυμαρι
θ'μαρελ' το θυμαρι
θ'κος, ο ο δικος, ο συγγενης. "Βοηθατε θ'κοι κι ξεν' να παντριφτω κι γω η καμμεν'"
θ'κομ' το δικο μου
θημουνια, η θημωνια, τα στοιβαγμενα δεματια σταριου.
Θερ'νος, Θεριστης ο Ιουνιος, ο Θεριστης
θερμαγκαθο, το αγριο βοτανο που θεραπευει τη θερμη.
θερμο, θερμος το καυτο νερο που ζεσταινουν στο καζανι για το πλυσιμο των ρουχων. "Τα πλυναμ' μι του θερμο"
θερμη, η ο πυρετος, η ελονοσια.
θαρρητα, τα θαρρος, Λενε "οχι πολλα θαρρητα! Μη ξεθαρρευεις.
θα νερθω θα ερθω
θαλασσα, η η θαλασσια, πχ η θαλασσα φορεσια.
ηρχουμνε ερχομουν
ηρα, η ζιζανιο του σιταριου
ηλιος, ο η μεγαλη κιτρινη η λευκη μαργαριτα. και ηλιοσπορος
ηλεγα ελεγα
ζ'γουρ', το το αρνι μεχρι 6-7 μηνων
ζ'γος, ο ζυγος, το ξυλο με το οποιο ζευονται τα βοδια
ζωχος, ο ο ζοχος, βρωσιμο αγριοχορτο
ζουρλαμας, ο το αποτομο οδυνηρο χτυπημα η διαστρεμμα. Δυνατος πονος.
ξουμπλωτος,ο ο σχεδιασμενος με πολλα σχεδια. η ξουμπλωτη καρπετα.
ζουλια, η η ζηλεια.
ζο, το το ζωο πληθυντικος τα ζα
ζ'νιχ', το ο σβερκος, ο λαιμος του σφαχτου
ζ'ναρ', το το ζωναρι
ζ'μπευερκατος, ο τοπικος χορος που χορευεται σε γαμους η αρραβωνες απο τους νιοπαντρους και τα πεθερικα.
ζ'μαρ', το το ζυμαρι.
ζ'λιαρ'ς ο ζηλιαρης
β'ζγκουν' το πευμονι του σφαχτου.
ζ'γκουν', το το πνευμονι του σφαχτου
ζευλα, η το καμπυλωτο νξυλο η σιδερο που μπαινει γυρω απο το λαιμο του ζεμενου βοδιου.
ζευγια, η το μεγαλο σχοινι με το οποιο δενουν την αγελαδα για να την ζεψουν.
ζευγαριζω οργωνω
ζεστο, το το μοκρο ψωμι (300-400 δραμια) που δινετε σαν αμοιβη στη φουρναρισσα η την ιδιοκτητρια του φουρνου, απο τις αλλες γυναικες.
ζ,γωνω πλησιαζω, ζυγωνω.
ζ'γολερο, το το πετσι απο δερμα βοδιου, που συνδεει τα νουντρια με το μπολι και το ζυγο
ζαμπαρας, ο ο γυναικας, ακολαστος
ζαβλακουμενος, ο αρρωστος, αδιαθετος, κακοκεφος
εψες χθες.
εφτακιλο, το ποικιλια λευκου σταφυλιου με χοντρη ρωγα και μεγαλα τσαμπια, τα οποια φτανουν μεχρι κα εφτα κιλα.
ετσ'νας ετσι, μ' αυτο τον τροπο.
δρομι, το μια αγκαλια απο θερισμενο σιταρι που σχηματιζεται μετα απο 3-4 δρεπανιες. Με τρια δρομια φτιαχεται ενα δεματι.
Καλλιοπ'τερ, το παιδι απο την Καλλιοπη
προυουκα καλεσμα για τις κοτες
σαπαν προς τα πανω
σακατ προς τα κατω
ακουτε διωξιμο των σκυλιων
αϊ ντε καλεσμα των προβατων, οταν ξεφευγουν απο το χωρο τους
ελογου σου εσυ, για σενα τον ιδιο. "Και τι λες ελογου σου?"
λογισμενος, ο ο συλογισμενος, ο σκεπτικος. στο τραγουδι "περνω απο την πορτα σου , σε βλεπω λογισμεν".
ελογισμενος, η,ο ο συλογισμενος, ο σκεπτικος. στο τραγουδι "περνω απο την πορτα σου , σε βλεπω ελογισμεν".
εκεινια εκεινη εκει περα μακρια.
εκεινα εκει μακρια, εκει περα.
εγγλεζ'κο, γγλεζ'κο, το ποικιλια λευκου σταφυλιου με μεγαλη χοντροφλουδη ρωγα, το οποιο ωριμαζει τον Αυγουστο. Εκτος απο οινοποιηση, το ξεραινουν και φτιαχνουν σταφιδες. Προκειται για το μοσχατο Αλεξανδρειας, το οποιο απεκτησε την επωνυμια εγγλεζ'κο, επειδη αρεσε στους Αγγλους στρατιωτες που ειχαν ερθει στη Λημνο το 1915-18.
δυνουμι δυναμαι, μπορω.
δυκανη, δ'καν' ξυλινο εργαλειο του αλωνισματος. Ειναι μια κατασκευν απο μακροστενες ταβλες με διαστασεις 200χ80 εκατοστα οι οποιες καταληγουν σ'ενα καμπυλωτο μπροστινο ακρο για να μην μπουκωνει. στην κατω πλευρα εχει τρυπες, στις οποιες σφηνωνουν σκληρες ατσαλοπετρες και καθως την σερνουν τα ζωα κομματιαζει τ'αχυρα.
δυασμος, ο ο δυοσμος (φυτο)
'δρωκοπ'μενος, ο ο καταϊδρωμενος
δροσ'νος, ο ο δροσερος
δροσα, η η δροσια, αλλα και μεταφορικα η ερωτοτροπια στην φραση "Δροσα μου θελατι"
δρομι, το μια αγκαλια απο θερισμενο σιταρι που σχηματιζεται μετα απο 3-4 δρεπανιες. Με τρια δρομια φτιαχεται ενα δεματι.
δουνα εδω, εδωνα, " για δε δουνα προυκουπες!
δουνα εδω, εδωνα
δ'μαρς ο διδυμος
δμαρκο, το το διδυμο παιδι η ζωο
δ'κος, θ'κος ο συγγενης, ο δικος
δ'κομ', δ'κοσ'. δ'κοτ'. δικο μου, δικο σου, δικο του.
Διφτερα, η η Δευτερα, Σε τραγουδι, " τη Διφτερα του πουρνο εβραζιν τουν τραχανο"
δισακι, δ'σακ' ο διπλος τορβας
διπλες, οι τα ξυλινα δοκαρια της οροφης.
διουμι, να να δουμε
διν' νε χερ' δινουν χερι, ειναι ικανοποιητικοι, συμφωνουν, βοηθουν. Λενε " για λεγε δα και τ'ς προικες να διουμ', διν'νε χερ' "
διμ'το, το το πυκνοϋφασμενο υφασμα
δικραν', δ'κραν' το διχαλωτο ξυλινο εργαλειο με το οποιο ανα ποδογυριζουν το αχυρο στο αλωνι
δικελλι, δ'κελλ' ειδος τσαπας με δυο μακρυα δοντια για το σκαψιμο του αμπελιου.
δικει, δικ'να εκει, εκει περα, προς τα εκει.
διαφορο, το η αντιδικια, το χρεος
διασκεδασ', η η διασκεδαση, το γλεντι, το πανηγυρι. Λενε, τ'ς Παναγιας θα κανουμ' διασκεδασ'
διαρωτω εξεταζω, ερωτω με λεπτομερειες, διερωτω.
διαρμιζω τακτοποιω, συγυριζω, δια ρρυθμιζω.
δεσιμο, το τα μαγια που δενουν το γαμπρο και του στερουν τη σεξουαλικη ικανοτητα. Αντιθετο, το λυσιμο.
δερμονισμα, το το κοσκινισμα
δερμονιζω κοσκινιζω
δερμον, δερμονελ', διρμον' το μικρο κοσκινο για τον τραχανα
δερμονα, η το μεγαλο περιφερειακο ξυλινο και δερματινο πλεγμα κοσκινο για το δερμινισμα σιταριου, βικου η αφκου.
δενω κανω μαγια στον γαμπρο για να μην μπορει να εκτελεσει τα ανδρικα του καθηκοντα. το αντιθετο λυνω τα μαγια.
δεγ'νταν δεχοταν. Λενε "δεν τ'ς δεγ'νταν=δεν τους δεχοταν"
δεματ'κο, το ειδος χορτου, συνηθως σικαλη που ειναι ανθεκτικη, που το σπερνουν και το χρησιμοποιουν για να δενουν τα δεματια στο θερισμα. Το κοβουν χλωρο και το βρεχουν αποβραδις για να μαλακωσει. το δεσιμο του γινεται με μια ιδιαιτερη τεχνικη. Το σχονι, αντι για το χορτο, με το οποιο δενουν τα δεματια τα νεωτερα χρονια.
δαχτυλ'. το το δαχτυλο
δαχτ'λια, η το δακτυλικο αποτυπωμα, η υπογραφη των αγραμματων, το βουτηγμα του δακτυλου σε κατι.
δαχτ'λερ', το το μικρο δαχτυλοτου χεριου.
δαμαλα, η η μικρη αγελαδα που δεν εχει γεννησει ακομα
δαγκαματια, η η δαγκωματια, το δαγκωμα
δα λοιπον
γωνια, η εργαλειο των πετραδων με το οποιο λατομευαν τις γωνιες, δηλ. τους γωνιακους λιθους των οικοδομων. Το σημειο οπου αναβαν την φωτια και μαγειρευαν μεσα στο σπιτι.
γυρσταρ', το ξεστριφταρι, εξαρτημα με το οποιο δενεται η αλυσιδα η το σχοινι σε ενα δοχειο. Αποτελειται απο δυο μεταλικους κρικους συνδεδεμενους μεταξυ τους αλλα στρεφονται ανεξαρτητα ο ενας απο τον αλλον.
γυρισμα, το το αναποδογυρισμα του καρπου κατα την διαρκεια του αλωνισματος για να πεσει ολος ο καρπος στο εδαφος και να μη μεινει κολλημενος στα αχυρα.
γυαλομυτ'κο, το μαυρο αρνι με μια λευκη γραμμη στο προσωπο.
γυαλι, το το πηγμενο γαλα που ειναι ατοιμο να μπει στο τυριβολι για να στραγγιξει. εχει λια επιφανεια. Επισης καθε τι λειο και υαλωδες, οπως ο ζελες, η επιφανεια της πηχτης κ.α. Επισης το φωτημα, το πρωτο φως της ημερας. Λενε "σα καμ' γυαλι=μολις φωτισει" Αντε σηκου γιατι γυαλ'σεν. Γυαλι λενε και το τενεκε με γυαλι στον πυθμενα για να βλεπουν καλλιτερα στο βαθος της θαλασσας.
γροικω ακουω
γριτσανιζω τραγανιζω
γριγιουδα, γριουδα, γριουλα. η γυναικα προχωρημενης ηλικιας.
γραδο, το συσκευη που μετραει την οξυτητα του ουζου. Επισης οταν εχουν πιει πολυ ουζο και εχουν ζαλιστει, λενε τη φραση¨ανεβ'καν τα γραδα.
γουρτζελια, η το δερμα του χοιρου απο το οποιο φταχνουν τσερβουλια κα λαγαρες.
γουρτζελι, το το γουρουνι, ο χοιρος. Στα καλαντα των Φωτων. κι απο του μαυρου γουρτζελου κανενα κουμματακ'.
γουρτζελα, η ο θηλυκος χοιρος.
γουρτζαλευρο, το το αλεσμενο κριθαρι που προοριζεται για τροφη του χοιρου. Με ζυμαρι απο γουρτζαλευρο σφραγιζουν το καζανι στο λακαριο.
γουρνα, η η κοιλοτητα, ο σκαμμενος βραχος, κοιλοτητα που μαζευει νερο. Στις πετρινες γουρνες οι νοικοκυρες επλεναν τα ρουχα και ποτιζαναι τα ζωα.
γουνια, η η γωνια, το τζακι.
γουμαρ, το το γομαρι, η ποσοτητα που φωρτωνουμαι το ζωο. ενα γουμαρ μπαμπακιες αποτελειται απο εξι δεματια μπαμπακιες.
γουλα, η το ξυλινο τμημα του αλετριου, που βρισκεται πισω. Συνδεει την κ'ντουρα με το μπολι.
γ'λιαρ'ς, ο ο λαιμαρογος
γουλιαρος, ο ο λαιμαργος
γ'λιαρ'ς, γ'λιαρα, γ'λιαρ'κο λαιμαργος
γ'λιαρουσυν', η η λαιμαργια
γλιαρευω λιγουρευομαι, ζηλευω το φαϊ με τα ματια
γλειφτρα, η το γλειφιτζουρι
γκομαχητο, το το αγκομαχητο
γκ΄ντω σκουντω, σπρωχνω.
γκντεριδ', το το ξυλοκερατο, το χαρουπι.
γιουφυρ', το η γεφυρα
γιουρουκ'ς δυνατος, ακαλιεργητος χωριατης.
γιουρντιζω διωχνω τα προβατα, τα οδηγω αλλου.
γιουκερ' το το ξυλινο σανιδενιο χωρισμα για τα ρουχα.
γιατακι, το η λαγοφωλια στους θαμνους, το καταλυμα, το κρυσφηγετο
γιαρμας, ο ζωοτροφη απο αλεσμενο κριθαρι η σιταρι
γιαραδες, οι οι πληγες που δεν κλεινουν ευκολα
γιαντες το διχαλλωτο κοκκαλο του κοτοπουλου με το οποιο παιζεται το ομωνυμο παιχνιδι μνημης κα πονηριας. ανει οποιος δεχτει ενα αντικειμενο απο τον αντιπαλο παιχτη. Το παιχνιδι αρχιζει μολις οι δυο παιχτες σπασουν το γιαντες τραβωντας ο καθενας ενα ακρο του.
γιαλοψωλο, το ειδος θαλασσινου μαλακιου, που μοιαζει με ανδρικο μοριο. το χρησιμοποιουν σαν δολωμα στην αλιεια.
γυαλοξ'λο το ξυλο που 'χει ξεβρασει η θαλασσα.
γιαλομουν, το το μαλακοασπονδυλο, χωρις οστρακο, το οποιο ζει προσκολημενο στους βραχους κοντα στις ακτες και μοιαζει με αιδοιο.Υπαρχουν τρεια ειδη με διαφορετικους χρωματισμους, λευκο, κοκκινο και πρασινο.
γιαλευω ψαρευω στην ακροθαλασσια
γιαδε μπραβο,για δες. Για δε δουνα προυκουπες
γιαγκιν', το η πυρκαγια, η φωτια. μεταφορικα στο τραγουδι να σβυσεις το γιαγκιν ποχ η καρδουλα μου.
γερουσυν' η υγεια, λενε να χ'ς γερουσυν'
γεννητουρια, τα τα κερασματα για το ξεγεννημα του μωρου.
γεμοζω και γεμοσ γεμιζω
γεματιζω δοκιμαζω το φαγητο
γδοχερο, το το γουδοχερο
γδι, το το γουδι,
γαριζω διψω πολυ, εχει ξεραθει το στομα μου απο τη διψα. Λενε γαρσα=ξεραθηκε το στομα μου
γκατζωνα, η ο γαντζος , διπλωμενο συρμα με το οποιο τα παιδια καθοδηγουν το τατρακυλι.
γανουτζης, ο ο γανωματης
γαμπρικιος, ο ο γαμπριατικος, αργος μακροσυρτος σκοπος , που συνοδευει την οικογενεια του γαμπρου, οταν πηγανει στο σπιτι της νυφης.
γαμπριζω φλερταρω, αναζητω ταιρι.
γαλιτσα, η δοχειο απο ψημενη λασπη που χρησιμοποιοταν για αποθηκευση γαγωσημων.
γαλ'τσουδ', το μικρης χωρητικοτητας φιαλη απο ψημενο πυλο, ως και 50 δραμια.
Γαατοπεμπτη, η η Πεμπτη πριν απο την Κυριακη της Τυροφαγου, κατα την οποια συνηθιζουν να τρωνε ρυζογαλο.
γαζολαμπα, η η λαμπα πετρελαιου
γαζ', το το πετρελαιο, γκαζιερα=συσκευη που καει πετρελαιο για το μαγειρεμα.
γαδαρος, ο το γαϊδουρι
γαγιλα, η μαυρα κορακοειδη πουλια, η κουρουνα
βρωμουσα, η ανεπιθυμητο αγριοχορτο, που φυτρωνει στις αργασες και τις πνιγει.
βρωμομυγα, η η μυγα που παει στις ακαθαρσιες, τα κοπρανα.
βρισκαμενο, το οτι βρισκεται, συνηθως για το φαϊ. Λενε στον απροσμενο μουσαφιρι. Κατσ να φαμ απ το βρισκαμενου.
βρακοζωνα, η η ζωνη, η λουριδα
βουρνος, ο ο βορινος
βουρλιδα, η και βουρλιδι η κοτσιδα, το κοτσιδακι στα μαλλια.
βουριαδος, ο ο βοριας
βοντενα, η ποικιλια πρασινου μακροστενου πεπονιουπου διατηρειται μεχρι τα Χριστουγεννα χωρις να σαπιζει.
βολτα, η ο απογευματινος η βραδινος περιπατος που γινεται συνηθως σε συγκεκριμενο μερος του χωριου και συνδιαζεται με το ν'φουπαζαρου.
βολ'κα βολικα, ευνοϊκα
βοϊδοπουτσα, η το δερμα του γενητικου οργανου του βοδιου με το οποιο φτιαχνουν το καμουτσικι.
β'ναρια, τα οι λοφοι, τα βουναλακια
β'νο, το ο λοφος το βουνο, το υψωμα
β'νια, η ο σωρος της κοπριας των βοδιων
β'λουσερνω ισοπεδωνω το χωραφι με β'λοσυρα
β'λοσυρας, βωλοσυρας ξυλινο γεωργικο εργαλειο, σε σχημα μακροστενης σανιδας (2χ0,2μετρα περιπου) το οποιο δρενουν πισω απο τα βοδια και ισοπεδωνουν τους σβωλους στα χωραφια που προοριζονται για αργασες. Ενα ειδος σβαρνας το οποιο χρησιμοποιουν μετα το κανονικο σβατνισμα για καλλιτερο αποτελεσμα
βλογιεμι παντρευομαι, στεφανωνομαι
φλισκουν, το η μεντα, το πινουν σαν φαρμακο για τον κοιλοπονο. Σε μεγαλη δοση εναι δηλητηριωδες.
βλησκουν, η φλησκουν η μεντα, το πινουν σαν φαρμακο για τον κοιλοπονο. Σε μεγαλη δοση εναι δηλητηριωδες.
βινα, η βραχος που ογκωνεται σ'ενα χωραφιη το δρομο
βικος, ο κτηνοτροφικο φυτο. καλλιεργειται για ζωοτροφη.
β'διαζ και βιδιασεν σταματα η βροχη
βιγλιζω παρατηρω
βιγλα, η η σκοπια, στα χρονια των πειρατων ηταν το παρατηρητηριο και ενημερωναν τους κατοικους για επερχομενη επιδρομη.
βιρτσων',το το σπουργιτι
βεργι, το η βεργουλα, το μικρο ραβδι
βελονα, η το καρφι
βασ'λες, ο ομαδικο παιδικο παιχνιδι
βασκιαινω ματιαζω, βασκανω
βαρελακ, το το βαρελακι
βαρεμενος, ο ο χαζουλης, αγαθος, βλαμμενος
βαρελοτο, το μικρα πασχαλινα μπομπακια τα οποια κατασκευαζαν απο κονσερβοκουτια (συνηθως απο γαλα) και τα τιναζαν ψηλα με κροτο. το ενα ακρο ηταν ανοιχτο και το αλλο ειχε μια μικρη τρυπα. Ανοιγαμε μια τρυπα στο χωμα, βαζαμε λιγο νερο, ριχναμε πετρα ασετιληνης (ανθρακασβεστιο) και βαζαμε το κονσερβοκουτι απο πανω (με την τρυπα στο πανω μερος) και βαζαμε χωμα γυρω στο κονσερβοκουτι. Η πετρα ασετιληνης αντιδρουσε με το νερο παραγοντας αεριο ακετυλενιο που συνγκεντρωνοταν στο εσωτερικο του κουτιων. Με ενα αναμενο πανι στην ακρη στο καλαμι πυροδοτουσαμε το αεριο που εβγαινε απο την μικρη τρυπα δημιουργοντας εσωτερικη εναυση των αεριων με αποτελεσμα να πεταει το κονσερβοκουτι με κροτο πολυ ψηλα. Ο συναγωνισμος ηταν ποιος θα καταφερνε να κανει τον ποιο μεγαλο κροτο και το κονσερβοκουτι να παει ποιο ψηλα.
βαριεστημενος, ο ο απογοητευμενος, κουρασμενος απο την επαναληψη της ιδιας εργασιας.
βαραδ, το η κυψελη
αψ'λος, ο ο αψηλος
αψ'λα ψηλα
αχωρεσα, η η ιδιοτροπια καποιου που ειναι στεναχωρος, που δεν του φτανει ο χωρος και του φαινονται ολα στενα. Ωθρεσε αχωρε, χωρτασε αχωρταγε, Λεμονιο Τσιτσιπλη και το σκυλο Μπομπη. Επικηδεια επιγραφη για τον σκυλο που πεθανε.
αχ'νιος, ο ο αχινιος της θαλασσας
αχνος, ο ο ατμος
αχμακ'ς, ο ο απερισκεφτος, ηλιυιος
αχ'λια, η η αχυλια, η σταχτη
αχ ιγω! αχ εγω! λυπητερο επιφωνημα.
αφκος, ο η φαβα, το αγριομπιζελο
αφ'κριγιεμε κρυφακουω
αφιον, το το αφιονι, το φυτο μηκων η υπνοφορος (χασισοφυτο), το οποιο ειναι αυτοφυες.
αυτουδ', το μικρο αυτι.
αυλογυρας, ο ο αυλογυρας της μαντρας η της αυλης, ο τοιχος γυρω στην αυλη.
αυλακοτηρ, το το ειδικο αλετρι με το οποιο ανοιγαν αυλακια στα βαμβακοχωραφα.
αυλακια, η το στενο αυλακι που χαραζει το αλετρι στο οργωμα.
ατζγκιν'ς, ο ο γυναικας, ζαμπαρας, μ'νουδιας
ασφαλαγκας, ο ο τυφλοποντικας
αστοιβγια η αστοιβια ξηροφυτικος θαμνος με πρασινα φυλλα που κολλανε στα ρουχα. Εχει στυπικες ιδιοτητες. Σε τραγουδι. αστοιβγιες και θυμαρελια, τ ασπρα σου τα πουδαρελια, αστυβγιες, τυρι κα μελι μεις θα γινουμ συμπεθεροι.
αστηθι, το το στηθος, στο τραγουδι των Φωτων. βαλε τον ηλιο προσωπο και το φεγγαρι αστηθι.
σταχ', το το σταχυ
ασπορδιλας, ο το σπερδουκλι η ασφοδελος
ασκελια, η το μεγαλο βημα η δρασκελια
σβωλος, ο μεγαλος βωλος χωματος που σχηματιζετε στο οργωμενο χωραφι οταν βρεξει.
σαμακια, η φυτο απο το οποιο παιρνουν το σαμακι. Φυτρωνει στις ακρουθαλασσιες στην αμμο.
απμ'δευω ψαρευω με πετονια
αρμιδ', το το αρμιδι, η πετονια
αρμεγαδ', το το αρμεγομενο προβατο.
αρκουδ'ζμα, το το μπουσουλημα των μωρων.
αρκδιζω μπουσουλαω, περπατω με τα τεσσερα
ρδιν', το το κομματι του χωραφιου που αναλογει στον καθε θεριστη, μετα το μοιρασμα που κανει ο αρχιεργατης, ετσι ωστε να υεριστει πιο γρηγορα το χωραφι.
αργασα, η το καόκαρινο μποστανι, μερεβυθια, φασολια, κουκια, καλαμποκι, που θελει πολυ ργασια.
αργαζω κατεργαζομαι το δερμα η την λασπη απο το αργαζω=αναδευω.
αρ'βιθ', το το ρεβιθι
ραχβαν' η αραχβαν' το αλογο που βαδιζει ηρεμα χωρις να χοροπηδα.
αρατοκαπνιζουμι φευγω διωγμενος
αραθμος, ο ο οξυθυμος
αραδα, η η σειρα, η γραμμη.
αποσπερ'νο, το το αποβραδο, το βραδακι
αποσουρτηη αποσορτη κρεας απο το μπροστινο μερος της κοιλιας του χοιρου.
αποκομμενο, το το αρνι που πεκοψε και δεν βυζαινει
απο καιρου μετα απο πολυ καιρο. απο καιρου σαν ερθουμε=μετα απο πολυ καιρο οταν θα ξαναρθουμε
απαρνιστω απαρνηθω
πανοπροικ, το η απαιτηση απο το γαμπρο συμπληρωματικης προικας πανω απο τα συμφωνηθεισα.
απανεμια, η τοπος προφυλαγμενος απο τον ανεμο.
αξον, το ο μξυλινος οριζοντιος αξονας οπου στρηριζοταν οι αντενες του ανεμομυλου.
ξεβρακωτος, ο ο αβρακατος, η ο πολυ φτωχος
αξατα, η ανυψωμρμη προεξοχη απο πετρες η λασπη, χαρακτηριστικη κατασκευη στα παλια αγροτικα σπιτια. φτιαχνοταν στην προσοψη και απο κατω ειχε κενο χωρο για τα ζωα.
αντριβολ' , οι σφαιρικο αγριο αγκαθακι που τριπωνει εθκολα μεσα στα παπουτσια
αντι, το το ξυλο οπου τυλιγεται το νημα της υαφασης στον αργαλειο
αντενα το ξυλινο δοκαρι στο οποιο στηριζοταν (δενοταν) τα πανια του ανεμομηλου. Οι ανεμομθλοι της Λη,νου ειχαν 12 αντενες,μ ετσι αν καποιος ειχε εξι αντενες τοτε ειχε το μισο του μυλου και το δικαιωμα να τον δουλευει εξι μηνες το χρονο.
ανταρα, η η ομιχλη
ανοστο χωρις γευση η ασχημη γευση.
ανεπ'λουμι απειλω, φοβεριζω. πχ. ουλου μ' ανεπ'λουνταν=συνεχως με απειλουσαν.
ανεμη, η εργαλειο οπου βαζουν το νημα οταν μασουριζουν
ανελω διαλυω, αραιωνω τη ζυμη με νερο
ανεγουλα, η το μαλωμα, ο καυγας. πχ. θαχουμ ανεγουλες αποψε.
ανευρω αναβλυζω νερο. τα Νεβερτα=αναβρυτα, το μερος οπου αναβρυει (αναβλυζει) νερο.
αναυλα τσαμπα, ταξιδι χωρις εισητηριο.
αναμ'σ εναμισι
αναμαρκιεμι βλ. αναμαρκιζω
αναμαρκιζω ξαναμασω την τροφη, μυρηκαζω. πχ τα προβατα αναμαρκιεντεν.
ανακουρκουδα τροπος καθισματος πανω στα λιγισμενα ποδια, οκλαδον
αμπολι, το το μπολι, το κεντραδι
μολερνω βλ αμολερνω
αμολερνω, μολερνω αφηνω το ζωο να βοσκησει ανεξελεγκτα
αμμ'δες, οι τα αμμουδερα χωραφια
αμμ'δερος ο αμμωδης τοπος
αμαν ιγω επιφωνημα εκπλιξης, αποριας η θαυμασμου.
αμαδες, οι υπαιθριο παιδικο παιχνιδι με πετρες.
αλ'πας κοκκινοχωμα
αλ'μμα, το το επιχρισμα, η επαλειψη, αλοιφω σαν ρημα. Επισης και το λιπος, το παχος.
αλλαξα, η η ανταλλαγη, η αλλαξια. Ταχιν σαμολαδο με το σαμ αλλαξα. Ο ιδιοκτητης του λαδομυλου καλουσε τους νοικοκυραιους να αλλαξουν το σουσαμι τους με τα προϊοντα του, σησαμολαδο κα ταχυνι.
αλλαμμενος, ο ο ντυμενος γιορτινα
αλιμονος, ο ο κακομοιρης, ο συφοριασμενος
αλεστκα, τα το δικαιωμα αλεσεως που εισεπρατε ο μυλωνας
αλκοντιζω εμποδιζω, αποτρεπω,. αποκρουω την μπαλα στο ποδοσφαιρο.
αλφαδα, η η αλειφαδα, η αχοιβαδα. Θαλασσιο ζωω που κολαει στις πετρες και εχει πολλα μαλακα πλοκαμια.
αλαργερνω απομακρυνομαι
αλαν, το η πλατεα,
ακστα ειναι γνωστο, ακουστηκε.
ακ'στος, ο ο διασημος, ο ονομαστος.
αλαχτ'κν η προυβατινα η προβατινα αλαχτηκε απο το κριαρι (γονημοποιηθηκε)
ακ'στα ακουστα, ειναι γνωστο, Το χω ακσταμ= το γνωριζω
ακρια το χειλος, η ακρη
ακονω ακονιζω,
ακουνζα ο μονοετης ξηροφυτικος θαμνος (φρυγανο). Τα φθλλα της εχουν συπτικες ιδιοτητες.
οκνος, ο ο αργος, ο τεμπελης
ακαταδεξα, η η υπερηφανεια, η σταση του ακαταδεχτου ανθρωπου.
ακαματς ο τεμπελης
αθ'μαρ η αθ'μαρελ το θυμαρι (φυτο με αγκαθια)
ανεφανη το υψωμα, ο λοφισκος
αδρυς πυκνος, χοντρος
αντραγατς ο αγροφυλακας
αδιαφορετος ο αδυνατος
διαρμιζω τακτοποιω, συγυριζω.
αδιαρ'μστος ο ατακτοποιητος, ακαταστατος, ασυγθριστος τοπος.
αγυρ'σια, στ,ν στον αγυριστο (καταρα). Να πας στον αγυρ'στο
αγροικ'στος, ο ο αγροικιστος, ο αξεστος.
αγουρος ο πλυ νεος. ο ανωρυμος.
αηκρεμιν οι οι γκρεμοι
αγκναρ το αγκιναρι, αλιευτικο εργαλειο με αγκιστρο στην ακρη.
αγκλησα η η εκκλησια
αγιουσα η θεοσεβουμενη
αγιαλευτη η για τη θαλασσα, αψαρευτη
αγτευω η αητευω ξορκιζω
αγητεια η αητεια το ξορκι, κατι αναμεσα σε προσευχη και δαιμονικη επικληση.
αγερουδ το αερακι
αγδουρ ο αγουδουρας, αγριο χορταρι που οταν το βοσκησουν τα προβατα το γαλα τους δεν πηζει ευκολα να γινει τυρι η γιαουρτι.
αγγουρι ποικιλια πρασινου πεπονιου
αγγονος (ο, η) εγγονος -η
αβυζαχτου το βρεφος που δεν εχει θηλασει.
ανεβλογητος αυτος που δεν εχει ευλογηθει σε καθιερωμενη θρησκευτικη τελετουργεια.
αβλογ'στος ο αστεφανωτος, αυτος που συζει με μια γυναικα.
αβδελλα η βδελλα
αβατ τα βατα (φυτο)
αβαρετος ακουραστος
βαρετος κουραστικος
νερλος νερουλος
νεραγγουρο το ποτιστικο αγγουρι
τιναζ ο ειμηκης σωρος του αλωνισμενου καρπου, που εχει συγκεντρωθει για λιχνισμα.
μυρμηγκια μυρμηγκοφωλια
μ'τσουν (οι) οι μασκαραδες της Αποκριας. Μτσουνα=προσωπιδα
μ'ταρ (το) εξαρτημα του αργαλειου το οποιο διαχωριζει τα νηματα για την υφαση.
μ'σαφιρ'ς μουσαφιρης . ο επισκεπτης
μ'σαρ'κο. τεμσαρ'κο μισαρικο χωραφι, δηλ. εκεινο το οποιο ο ιδιοκτητς εχει νοικιασει σε καποιον καλλεργητη με ανταλλαγμα το μισο εισοδημα
μπρουμτω πεφτω μπρουμυτα.
μπροβα δοκιμασια.
μπουρδα τσουβαλι φτιαγμενο απο υφαζμα με φυτικες ινες.
μπολ το μακρυ ξυλο αναμεσα στα δυο ζεμενα βοδια που συνδεετε μπροστα με το ζυγο και πισω με το αλετρι
μπονς (ο) αγαθος, χαζος. Αυτος ειναι τιπ μπονς= αυτος ειναι τελειως αγαθος/κουτος.
μποχτσας το χοντρο ασπρο υφαντο υφασμα που καλυπταν οι γυναικες το κεφαλι τους για να προστατεψουν και το προσωπο απο τον δυνατο ηλιο στα χωραφια.
μπιμπικι εξογκομα στο δερμα.
πηδκλωνω μπερδυω τα βηματα μου.Πηδκλωθκα=εχασα τα βηματα μου. Θα ση πεδκλωσω= θα σου βαλω τρικλοποδια να χασεις τα βηματα σου.
μπιρικετ προκοπη. Καλα μπιρικετια = καλη σοδεια.
μπαρκαρω φευγω για να δουλεψω σε καίκι/καραβι
μπατατσουδα καλλικαντζαρος, ο ζωομορφος μασκαρας των Φωτων. Οι Καλλικαντζαροι εφευγαν με τον αγιασμο των υδατων τα Φωτα. Οι μητερες φοβεριζαν τα μικρα οτι θα τους παρουν οι καλ'κατζαρ εαν γυριζουν αργα στους δρομους παιζοντας και δεν μαζευονται στο σπιτι.
μ'στοχωμα μουστοχωμα, ειδικο κοκκινοχωμα με ασπρους κοκους που προσθτουν στον μουστο για να επτιταχυνουν τη βραση του. Αφου εβραζε ο μουστος ξεχωριζανε το μουστο απο το χωμα. Το χωμα αυτο το βρισκαμε στην πλαγια του δρομου που πηγαινε προς την αξυκη πριν παμε στο Π'γαδελ.
μ'σκλια Μουσκλια, ποικιλια τζανεριας που βγαζει τα μουσκλα σαν μεγαλα τσανερα.
μσκαρ μοσχαρι
κανταρ κινητη πλαστιγγα για ζυγισμα βαρους. Ενα κανταρι = 44 οκαδες η 56,408 κιλα
οκα μετρο βαρους ισον με 400 δραμια η 1282 γραμμαρια του κιλου.
κορφη το υπερχειλισμα του τζιρου οταν το ξαναβραζουμε.
τζιρος το νερο που αφηνει το τυρι οταν στερεοποιειται .
γυαλι το γαλα οταν πιζει η το πηγμενο γαλα.
τζιτζιφο ειδος φρουτου σε μεγεθος ελιας πολυ στιφο οταν ειναι αγουρο.
μεσα η αποκαπλινα πλατια λαγαρα συνηθως πλεχτι με μαλλι η δερματινη για να στερεωνεται το σαμαρι στο κατω μερος του στηθους του ζωου.
σαμαρι το ξυλινο πλεγμα με το αχυρο στο εσωτερικο. χρησιμοποιειται για να διευκλυνετε η φορτωση αντικειμενων στα ζωα.
θυμωνια σορος συνηθως απο θερισμενο σιταρι σε δεματια διατεταγμενο σε ημισφερικο σχημα με τα σταχυα προς το εσωτερικο για να μην τρωνε τα πουλια τον καρπο.
πατοζα αλωνιστικη μηχανη
δικορκο η δικροκο αυγο με δυο κροκους
καρατζας ο σπορος του κρεμιδιου, φυτοριο κρεμιδιου.
τσιμα-τσιμα πολυ κοντα, ισα-ισα. ακριβως.
φελουκα η πολυ μικρη βαρκα
τζιφος τιποτα
καπιστρι δεματινες λαγαρες οι οποιες πλεκονται για να τραβουμαι το ζωο.
σαλαμουρα ειδος τυριου που φυλασετε σε αλμυρο νερο.
κολανα δερματινη η υφαντη πλατια λουριδα που στερεωνει το σαμαρι στον πισινι του ζωου.
κορδα χορδη συνηθως απο απξηραμενο εντερο ζωου. Το εργαλειο για το αφρατεμα του μπαμπακιου.
φρουκαλια σκουπα απο λιγαριες
τροχαλια πετρινος τοιχος χωρις λασπη η τσιμεντο
αλετροχερ το μερος που κραταμαι το αλετρι στο οργωμα.
τσουβαλα μεγαλων διαστασεων υφασματενιο σακι για μεταφορα αχυρου η βαμβακιου.
κανταρ η κανταρι εργαλειο μετρησεως βαρους.
πνακ η πινακι ξυλινο στρογκυλο δοχειο ενισχημενο με σιδερο χρησιμοποιουμενο ως μοναδα μετρησεως σιτηρων.
τσαμπασης εμπορος ζωων
λαγαρα λεπτο δερματινο λουρι η τα κορδονια στα τσερβουλια.
ουρνος η ουρνιος αγουρο συκο.
γιαλαμας αρρωστημενα χειλια η αξεστος, αμορφωτος χωριατης.
τσακμακοπετρα η ειδικη πετρα που οτα τριβοταν με εχμυρο σιδερο εκανε σπινθηρα και αναβε φωτια στην ισκα η το βαμβακι.
Λυχνιζω χρηιμοποιοντας το λιχνιστιρι πετουσαν στον αερα το μειγμα σιταριου και αχυρου για να ξεχωρισει οτο σιταρι απο το αχυρο.
λυχνιστηρι ξυλινο εργαλειο σε σχημα φτιαριου που στο κατω μερος ειχε πλατια μακρια δοντια και χρησιμευε στο λιχνισμα του σταριου για να ξεχωρισει ο καρπος απο τα αχυρα.
τσουγκρανα Εργαλειο σε σχημα "Τ" με ξυλινα η σιδερενια δοντια στο ενα πανω σκελος του "Τ" για να μαζευουν τα χορτα η αχυρο.
νι (το) το σιδερενιο μερος στο αλετρι που σκαβει το χωμα.
φκεντερ η δικεντρυ Μακρυ λεπτο ξυλο που χρησιμοποιοταν στο οργωμα. στην μια ακρη ειχε μεταλλικο πλατυ σιδερο για να ξεχοβολεβει το αλετρι και στην αλλη ακρη ειχε ενα κεντρι για να παρακινει τα βοδια να κινουνται γρηγοροτερα.
Ζγολερος Ειδος ξυλου για την ζευξει δυο βοδιων.
Μλι Ο εισοφαγος του κατσικιου που χρησιμοποιοταν για την πηξη του γαλατος πριν εφευρεθει η μαγια.
Μταρια Συστημα κλωστων αναμεσα σε δυο καλαμια που κατηυθηναν την υφανση στον αργαλειο.
Μελιπαστο αναλατο τυρι μισοξεραμενο. Οι γυναικες πηγαινανε στην θαλασσα και τα επλεναν με θαλασσινο νερο για να μην μουχλιασουν και ετσι διατηρουνταν ολοκληρο το χρονο.
Ρουγα Το στενο αναμεσα σε δυο σπιτια
χ'μων'κο Μικρο καρπουζι στο μεγεθος μεγαλου πορτοκαλιου.
γανιαζω Διψω, μα παρα πολυ.
ακταρμας Ανακατεμα χωρις καποια σειρα. Ισοπεδωση αντικειμενων χωρις καποια σειρα.
κουβνος Συσωρευσει πολλων αντικειμενων μαλλον σε ανοργανωτη κατασταση.
τουρακ μικρο σκαμνι
καρσι απεναντι
κολτημηρ Σιδερενιο υποστηριγμα για να κρατηση κλειστη την μια απο τις δυο διφυλες εξωτερικες ξυλινες πορτες. Το εξαρτημα αποτελειται απο δυο κρικους με αιχμηρο ακρο. Το ενα να σταθεροποιηται προς το ακρο της πορτας και το αλλο σταθεροποιηται στον τοιχο μακρυα απο τους μεντεσεδες. Ο δευτερος κρικος ειναι συνδεδεμενος με κρικο με μια μακρυα βεργα η οποια εχι στη ακρη γατζο ο οποιος μπαινει στον κρικο της πορτας.
Παλουκ Ένα παλούκι (ξυλινο η σιδερενιο) μόνιμα μπηγμένο στη γη.
Αργασα . Καλοκαιρινή καλλιέργεια, χωράφι με πολλά οργώματα
Φασλια Φασουλια (Φυτο)
Γαδουρα Γαϊδουρα (Θυλυκια)
κ'μαμαι Κοιμαμαι
Προσωρας Προς το παρων
Σκαμνι Μικρο και χαμηλο ξυλινο καθισμα
Γυρσταρ ?
σαλαμουρα Προβειο τυρι εναποθηκευμενο στην αρμη (αλμη) για να διατηρηθει κατα την διαρκεια του χρονου.
Σουφελιαζ Εφαρμοζει
Σουσαλα Μικρα σκουπιδια που εφρνε ο αερας.
Απδαλ Μικρα ασπρα σκουλικια που εβγαζε το τυρι(σαλαμουρα) οτα δεν ειχε πολυ αλλατι
Κατμαδα Συλλογη ρουχων
Κουλουκουμενος Κουρασμενος
Κλεισε τα κανατια Κλεισε τα παντζουρια (τα ξυλινα κατασκευασματα που προστατευουν τα τζαμια)
Λουσκος Αλουμινενια κουπα περιπου 60 εκατοστα διαμετρο και βαθος 15 εκατοστα την οποια χρησιμοποιουσαν οι νοικοκυρες για να πλνουν τα ρουχα.
Πιρουστια Εξαρτημα της κουζινας - μεταλικο πλεσιο με ποδια το οποιο τοποθετουσαν στην φωτια και εναποθεταν τα μαγειρικα σκευη να παρασκευασουν γαγητο.
Λβαδελ Λειβαδελι - Τοποθεσια στην Καλλιοπη
Βνουχορ Βουνοχωρι - Τοποθεσια οικισμου
Παμ' σαγκατ Παμε προσ τα κατω
CATEGORIES